Παρουσίαση

Κ

λέβω σήμερα κάτι από την αίγλη της στήλης της Γεωργίας, και σας μπάζω στη δική μου Wonderland… ή μήπως να την πούμε Freakland για να είμαστε ξεκάθαροι ή ίσως Metaland για να μην αφήσουμε κανένα μυστικό κρυμμένο.

Όπως και να την πούμε, το σίγουρο είναι πως θα σας μιλήσω για μουσική. Βέβαια ξεκινάω και πάλι από θέση αμυνόμενου μιας και έχω να μιλήσω για μια δουλειά που, πρώτον, με περιλαμβάνει στα “thanks” (για λόγους που δεν πρόκειται να αποκαλύψω) και δεύτερον, αφορά ένα είδος στου οποίου τα δίχτυα δεν έπεσα ποτέ. Ναι, κυρίες και κύριοι, μετά τη ξέφρενη φυγή του Μαρίγκου, κάποιος επιτέλους θα ξαναμιλήσει για το metal και μάλιστα το εγχώριο. Και ναι, μπορεί ποτέ να μην αγάπησα κανένα από τα δεκάδες παρακλάδια του μεταλλικού ήχου, οι ακροάσεις μου όμως είχαν ένα εύρος που πήγαινε από την mainstrιμιά των Maiden και την ποζεριά των Manowar, στο ακατέργαστο σκοτάδι των Venom και των Bathory, μέχρι την απροκάλυπτη (στα όρια του γελοίου) καφρίλα των Cannibal Corpse. Προφανώς βέβαια δεν έχω τα γαλόνια να εντρυφήσω σε όλες τις επιρροές και τις αγάπες των Vain Velocity (αν και ξέρω για την ανιδιοτελή αγάπη τους για το συγκρότημα των Tool και την αμερικάνικη άποψη στις σκληρές κιθάρες), οπότε θα μιλήσω σαν αυστηρός φίλος και άσχετος με τις τεχνικές λεπτομέρειες, και για να γλυκάνω τους αναγνώστες μου που θα ανεχτούν την λογοδιάρροια μου, θα δώσω και δωράκι ένα αντίτυπο του album τους.

Α

πό πού να το πιάσω λοιπόν. Αχά. Από το μεγάλο μου παράπονο για τα σχήματα που progίζουν στη μουσική τους, χαμένοι μέσα σε έναν δαίδαλο επίδειξης που καταλήγει αυνανισμός και αυτοθαυμασμός. Εδώ αυτό δεν υπάρχει. Ουάου. Μην το γελάτε. Το να φτιάξεις κανονικά τραγουδάκια, με τα κουπλεδάκια τους και τα ρεφρενάκια τους (έστω και με τα απαραίτητα σόλα τους) δεν είναι καθόλου, μα καθόλου εύκολο όταν αισθάνεσαι βιρτουόζος στο είδος που υπηρετείς.

Vain Velocity

Vain Velocity

Εδώ λοιπόν έχουμε να κάνουμε με μουσικούς που κατέχουν τα όργανα τους (και τις φωνητικές τους δυνατότητες), παρ’όλ’αυτα φτιάχνουν τραγούδια. Τι σπουδαίο αληθινά. Από την άλλη, δεν δέχονται να παραδοθούν τόσο εύκολα στη λογική ενός τρίλεπτου τραγουδιού. Αποδομούν (πάντα ήθελα να χρησιμοποιήσω αυτή τη λέξη σε μία μου κριτική) το στιλ για να εισάγουν την τεχνική (Path -Masterpiece part I-), στοιβάζουν το ένα κλισέ πάνω στο άλλο για να βγάλουν κάτι καινούργιο, θερμό και γκαζιάρικο όσο πρέπει για εισαγωγή δίσκου (Bastards of a Kind), βρυχώνται και πυροβολάνε με τρόπους δοκιμασμένους από το παρελθόν, βουρτσίζοντας τα δόντια τους με μοντέρνες οδοντόκρεμες που δίνουν φρέσκες αναπνοές (Error Step).

Γενικά (και όχι αόριστα), τα παιδιά αλληθωρίζουν στο χθες πατώντας ουσιαστικά στο σήμερα. Δεν ντρέπονται να ξεπατικώσουν αγαπημένες φόρμες, παραμένουν όμως πιστοί σε ένα συγκεκριμένο, δικό τους όραμα.

Αυτό που χάρηκα ιδιαίτερα, είναι ο στίχος. Μακριά από αφέλειες και πενία λέξεων, οι Vain Velocity κατέχουν το λεξιλόγιο και το χειρίζονται για να πουν αυτό που θέλουν. Δεν θα πω πως τους χαρακτηρίζει η οικουμενικότητα στη θεματολογία τους, ξεφεύγουν όμως τόσο πολύ από τον υπόλοιπο συρφετό που μου είναι αρκετό για να τους βγάλω το καπέλο.

Δηλαδή Zampano, για να μας πείσεις πως τα φιλαράκια σου είναι καλοί, θα μας πεις πως σε έκαναν να ακούσεις metal;

Θα πει ο καχύποπτος, και με το δίκιο του, αναγνώστης. Απαππαπαπαππαπαπα… που θα έλεγε και η φίλη μου η Δεσποινούλα. Εγώ δεν κάνω τέτοια πράγματα. Βλέποντας τους και live, κατάλαβα πως είμαι too old for this shit. Σέβομαι όμως απεριόριστα τη δουλειά τους και τη συγκρίνω με πολλά πράγματα που φτάνουν στα αυτιά μου κατά καιρούς. Και όχι μόνο στο δικό τους είδος. Το Synergies είναι ένας καλός δίσκος ανεξαρτήτως μουσικού χρώματος. Απλά ο καθένας θέτει τα δικά του ακουστικά του όρια. Εμένα φτάνουν μέχρι το τραγούδι τους “The Odds Are Even” που συνοψίζει την τεχνοτροπία τους μέσα σε 5 λεπτά. Από εκεί και πέρα είναι θέμα του καθενός.

Εγώ, τα παιδιά και το Fridge σας δίνουμε ένα δισκάκι τους δωρεάν για να κρίνεται καλύτερα (τουλάχιστον ο/η τυχερός/η). Οι οπαδοί του μεταλλικού ήχου ήδη τους ανακαλύπτουν, οι υπόλοιποι, σαν εμένα, θέλει να ανοίξουν λίγο περισσότερο το μυαλό τους και τα αυτιά τους. Κάτι θετικό θα πιάσουν.

 

 Bastards of a kind

Megiddo Beach (Live)

 





Σχετικά με τον Συγγραφέα

Zampano
Ο λόγος που έσπρωξε τον υποφαινόμενο να ξεκινήσει την ανάγνωση λογοτεχνικών πονημάτων από την, όχι και τόσο, τρυφερή ηλικία των 11, δεν ήταν καμιά τρομερή ευφυΐα που κάποια στιγμή σε βγάζει είτε στα σκαλοπάτια της Σουηδικής Ακαδημίας είτε στο προαύλιο ενός ψυχιατρείου... καμιά φορά και στα δύο. Ουχί λοιπόν, ο μοναδικός, και ολίγον τι ντροπιαστικός λόγος, είναι πως, σε αντίθεση με όλα τα υπόλοιπα φυσιολογικά παιδιά, που έχουν έναν φανταστικό φίλο να τους κρατάει συντροφιά, να παίζουν και να μιλάνε όταν δεν υπάρχει κανένας άλλος τριγύρω, ο αφηγητής του κειμένου είχε ΔΥΟ φανταστικούς φίλους που όμως προτιμούσαν να παίζουν μεταξύ τους. Η συνέχεια υπήρξε αναπόφευκτη: Επιστημονική φαντασία, τρόμος, σκοτεινή ποίηση, mainstream λογοτεχνία, Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών, μεγάλοι κλασικοί, underground ποίηση, κόμιξ, αμερικάνικη λογοτεχνία, ότι πέσει στα χέρια μου. Τώρα η σταυροφορία μου έχει να κάνει με την προσπάθεια μου να πείσω τα αρσενικά παιδιά πως το να διαβάζεις λογοτεχνία δεν βλάπτει τις σχέσεις σου με το αντίθετο φύλο. Ίσα ίσα, βοηθάει πολλές φορές για να πεις την κατάλληλη ατάκα.