Παρουσίαση

Υ

πάρχουν κάποιες μέρες που τίποτα δεν μοιάζει όμορφο, μαγικό και αισιόδοξο. Ένα άγχος για το αύριο, μια κρίση μέσης ηλικίας, κάνουν το πάπλωμα πιο βαρύ κάθε πρωί. Η γκρίνια και η μιζέρια στη δουλειά, οι φωνές και οι μόνιμα άδειες τσέπες κάνουν τις οκτώ ώρες αφόρητες. Γυρνάς στο σπίτι με καθυστέρηση δύο ωρών λόγω μιας κάποιας απεργίας των ΜΜΜ, για να αντικρίσεις τη γάτα σου, που έχει κατάθλιψή, να προσπαθεί για μια ακόμα φορά να γίνει φίλη με το ψυγείο — η τελευταία της ελπίδα. Κοιτάς προσεκτικά και παρατηρείς πως επάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού σε περιμένει ένα “δώρο”. Το ανοίγεις και χωρίς καν να εκπλαγείς, διαπιστώνεις πως περιέχει μια μελαγχολία, μια κούραση και μια απογοήτευση. Οι αποψινές σου ερωμένες.

“Δυστοπία” θα το έλεγε ο Αλέξανδρος Προδρόμου. Μίζερη, ρουτινιασμένη καθημερινότητα και απαισιοδοξία θα το έλεγα εγώ.

Υπάρχουν μουσικές που τις ακούς το πρωί, που είναι γεμάτες με ουράνια τόξα, λουλούδια και ηλιαχτίδες, που με αυτές ερωτεύεσαι τη ζωή και που σε κάνουν χαρούμενο. Υπάρχουν μουσικές απογευματινές, γεμάτες με αερικά και λυτρωτικές βροχές που αποπνέουν τον αέρα των ταξιδιών που δεν έκανες και τις εικόνες όλων αυτών που ονειρεύεσαι με μάτια ανοιχτά. Υπάρχουν όμως και οι μουσικές που τις ακούς μοναχά τα βράδια, μόνος σου, που κρατάνε το χάρτη απόδρασης από την δυστοπία σου και που κλειδώνουν την μελαγχολία και την απογοήτευση στο πατάρι.

Tα “Blues of the White Nigger” είναι αυτή η βραδινή μουσική που σε καλεί να χαθείς μέσα στην ατμόσφαιρά της. Που ενώ είναι ασυνήθιστη δεν είναι αφόρητα περίεργη, που ενώ είναι χαρούμενη δεν σε πνίγει, αλλά σου αφήνει το περιθώριο να χαθείς μέσα στις σκέψεις σου για να βρεις μόνος σου την… ελπίδα. Είναι η μουσική που μπορεί να συνοδεύσει το παρεΐστικο βράδυ σου ή να καθίσει δίπλα σου μόνη της και να σου κρατήσει συντροφιά, να σε βοηθήσει να βγεις από το αδιέξοδο και να βρεις τον τρόπο να δημιουργήσεις τη δική σου ουτοπία.

Blackface

Η

λεκτρονική μουσική, jazz στοιχεία και αυτοσχεδιασμοί μπασταρδεύονται με progressive διαθέσεις και δημιουργούν ένα μείγμα που όσο σε δυσκολεύει να το ορίσεις, τόσο σου αρέσει να το ακούς. Χαμηλοί τόνοι και αργόσυρτα σημεία εναλλάσσονται με funky ρυθμούς, με έντονες κιθάρες ή με ατμόσφαιρες που μυρίζουν ψυχεδέλεια. Τραγούδια χαρούμενα, τραγούδια μελαγχολικά, τραγούδια χορευτικά, τραγούδια αισθησιακά, τραγούδια χαμένα, θα μπορούσες να τα ακούσεις σε ένα club αν δεν υπήρχαν οι jazz αυτοσχεδιασμοί στο τέλος τους, τραγούδια… σε μια περίεργη ακολουθία που δεν επανεφευρίσκει τον τροχό, απλά τον αφήνει να κυλάει… Όλα αυτά καταφέρνουν με ένα περίεργο τρόπο να συνυπάρχουν αρμονικά, να μην αλληλοτρώγονται.

Το “Blues for the White Nigger” δεν έχει ξεσπάσματα — σε πιάνει από το χέρι και σε καλεί να ακολουθήσεις τις διαθέσεις του. Κι εσύ το κάνεις εντελώς αβίαστα. Γιατί αν όλα όσα περιγράφω πιο πάνω σου μοιάζουν αχταρμάς, απέχεις από την αλήθεια περισσότερο απ’ όσο απέχει το BFTWN από τη κατηγοριοποίηση: μοιάζει περισσότερο με ποτάμι που ρέει ήρεμο, παρά με καταρράχτη.

Θα συναντήσεις έντονους πειραματισμούς, παιχνιδιάρικους ήχους πιάνου, ’80s πλήκτρα, jazzy μελωδίες, ερμηνείες που ξεκινάνε από την απλότητα της pop και φτάνουν μέχρι και τη θεατρικότητα. Αν τους αποκαλέσεις progressive (και δεν θα σε αδικούσα αν το έκανες), τότε έχεις κατά νου περισσότερο τους Prorcupine Tree παρά τους Yes: ο πειραματισμός δεν είναι αυτοσκοπός, είναι ακόμη ένα κομμάτι που βοηθάει το σύνολο να δέσει, να λάμψει, να σε παρασύρει.

Star With No Name

Από τα 12 τραγούδια του δίσκου, έξι είναι με αγγλόφωνο στίχο και έξι είναι ορχηστρικά, ενώ τα μουσικά όργανα που ακούγονται -εκτός από μερικές κιθάρες- προστέθηκαν όλα ηλεκτρονικά.

ΜΚ-Ο

ΜΚ-Ο

Ουσιαστικά, το Blues for the White Nigger, πρόκειται για έναν concept δίσκο, ο οποίος αποτελεί ένα σχόλιο των δημιουργών του σχετικά με το πως η κουλτούρα των νέγρων, υιοθετήθηκε από τους λευκούς του δυτικού κόσμου (βλέπε τα μπλουζ τραγούδια των μαύρων και τη ροκ μουσική των λευκών για παράδειγμα) τους οποίους και οδήγησε στο ίδιο κοινωνικό περιθώριο.

Τα τραγούδια ξεκινούν περιέχοντας αναφορές επάνω σε αυτό το μπαστάρδεμα των λευκών με την “μαύρη κουλτούρα” (“Blackface”, όπως είναι ο τίτλος του δεύτερου τραγουδιού, ονομάσθηκαν οι λευκοί που τον 19ο και τον 20ο αιώνα, οι οποίοι μεταμφιεσμένοι σε νέγροι μιμούνταν από τον τρόπο ομιλίας μέχρι τη μουσική τους, ενώ το όνομα Desdaimona -το τραγούδι με το οποίο ξεκινά το άλμπουμ- παραπέμπει στη γυναίκα του Οθέλλο, του πρώτου Blackface στην ιστορία). Συνεχίζουν αναλύοντας τις αυταπάτες και τα προβλήματα μιας περιθωριοποιημένης μάζας όπως η καταπίεση από μια εξουσία, η οικονομική εξαθλίωση, η κατάργηση της ατομικής ελευθερίας, ο εγκλωβισμός σε μια εικονική πραγματικότητα, ο ψεύτικος κόσμος του glamour και της απατηλής δόξας, ενώ στον επίλογο μιλούν για αφύπνιση, για επανάσταση και για προσωπικές ουτοπίες, κλείνοντας με τον γερμανόφωνο στίχο στο κομμάτι Disco Utopia: “μουσική ελεύθερη όπως το νερό και ο αέρας“.

One Touch

Οι ΜΚ-Ο αποτελούνται από την Μαρίνα Καναβάκη και τον Oannes (Σωκράτης Παπαχατζής). Και οι δύο, με κλασσικές σπουδές μουσικής, έχουν δουλέψει κατά καιρούς επάνω σε διάφορα -μουσικά και μη- προσωπικά τους project,  ενώ συνεργάστηκαν για πρώτη φορά το 2004 στον δίσκο της Μαρίας “Ποτέ και Τίποτα“.

Το 2006 κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο “Ovanation” σαν  MK-O, για να ακολουθήσει το 2008 το “Unreel“. Δύο δίσκοι που χαρακτηρίζονται από το ιδιαίτερο ύφος τους και από την ικανότητά των δημιουργών τους να συνδυάζουν και να μπασταρδεύουν ένα σωρό διαφορετικά μουσικά είδη. Ο τρίτος τους δίσκος, “Blues for the White Nigger” κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2011 από την Puzzlemusik.

Lockstep

 

Τea Party!





Σχετικά με τον Συγγραφέα

Μυριδάκη Γεωργία
Η Γεωργία γεννήθηκε στα Χανιά και ζει στη Θεσσαλονίκη, όπου την φιλοξενούν δύο γάτες. Της αρέσει να ακούει, βλέπει και διαβάζει δουλειές δημιουργικών ανθρώπων και να ανακαλύπτει συνεχώς καινούρια και παράξενα πράγματα. Η μεγάλη της αγάπη ήταν και παραμένει η μουσική.