Παρουσίαση

Οι

μέρες περίεργες, η μέρα ακόμα πιο παράξενη. και μετά από το διάλειμμα της προηγούμενης εβδομάδας -το οποίο ήταν διασκεδαστικό, δε λέω- επιστρέφουμε λίγο πιο διψασμένοι στις γνώριμες μουσικές, οι οποίες μοιάζουν λίγο περισσότερο σαν όαση απ’ ότι πριν.

Σήμερα όμως, είναι αναγκαίο να φτιάξουμε ένα σενάριο το οποίο θα μπορεί να χωρέσει όλες τις μελωδίες μα και όλα τα συναισθήματα που αυτές περιέχουν. Ας υποθέσουμε λοιπόν, ότι είναι ένα παγωμένο βράδυ μιας κάποιας ημέρας που όλοι γιορτάζουν, μνημονεύουν ή νοσταλγούν το συναίσθημα του έρωτα. Ακόμα και εκείνοι που πεισματικά αρνούνται να χορέψουν στους μπλουζ ρυθμούς του (λέγεται πως είναι είναι οι μόνοι που έχουν δει το πρόσωπο του έρωτα από κοντά και πως δεν μοιάζει καθόλου με ξανθό, στρουμπουλό γαλανομάτικο κουτσούβελο), βαθιά μέσα τους νιώθουν λίγο περισσότερο ερωτευμένοι ή λίγο περισσότερο πόνο. Και αυτό το “λίγο περισσότερο” είναι που κάνει το βράδυ να ξεχωρίζει και το συναίσθημα να ξεχειλίζει.  Αυτό το “λίγο περισσότερο” καταρρίπτει τα όρια, συνθλίβει την αυτοσυγκράτηση, κάνει το γκρι να μοιάζει πιο μαύρο ή εξωπραγματικά κόκκινο και κάνει τους τρεις πρωταγωνιστές του σεναρίου μας να ασφυκτιούν μέσα στα πλυμμηρισμένα από συναισθήματα δωμάτιά τους και να βγαίνουν στους δρόμους.

Ο πρώτος, που πνίγεται από τη μοναξιά του, κατευθύνεται προς τη θάλασσα. Θυμάται πρόσωπα, φιλιά, θανατηφόρα βλέμματα, δηλητηριώδεις λέξεις και οι εκφράσεις του προσώπου του, μαρτυρούν για πρώτη φορά τις ανοιχτές πληγές της ψυχής του. Κάθεται στην ακροθαλασσιά και στην άμμο με το μουδιασμένο από το κρύο και από τον πόνο χέρι του, ζωγραφίζει αναμνήσεις, εικόνες του χθες, ελπίδες και όνειρα που συνδέονται όλα μεταξύ τους με σκόρπια “γιατί” και “ίσως”. Και ακριβώς εκείνη τη στιγμή, που το μαύρο της νύχτας, το σκούρο μπλε της φουρτουνιασμένης θάλασσας και η ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης βραδιάς έχουν σχηματίσει ένα τεράστιο παπούτσι που είναι έτοιμο να πατήσει και να λιώσει στην σόλα του την πραγματικότητα και τη λογική σαν να είναι μικροσκοπικά μυρμήγκια, ακούγεται από τα ακουστικά του η μελωδία του “Black Heart“.  Ο ήρωάς μας ξεσπάει σε λυγμούς. Τα τρία πρώτα δάκρυά του είναι αφιερωμένα στο επίπονο χθες, στο παρανοϊκό τώρα και στο αμφίβολο αύριο. Η αναπνοή του συμβαδίζει με τον αργόσυρτο ρυθμό, οι στίχοι δίνουν λόγια στις σκέψεις του και η βραχνή, μελωδική φωνή του τραγουδιστή γίνεται ένα χέρι που του προσφέρει τρυφερά αυτό που είχε περισσότερο ανάγκη: μια αγκαλιά. Τα πεντέμισι λεπτά που διαρκεί το τραγούδι, είναι αρκετά για να ξορκίσει όλα τα συναισθήματά του, για να έρθει η κάθαρση, να υψωθούν ξανά οι τοίχοι της λογικής γύρω του και πιο άδειος, πιο ανάλαφρος, ικανός να αντέξει το ερχόμενο γκρίζο πρωινό, μπορεί πια να πάρει το δρόμο της επιστροφής.

Ο δεύτερος πρωταγωνιστής, περπατά εδώ και ώρα στους δρόμους της πόλης. Νομίζει πως η μοναχική του βόλτα δεν έχει κάποιο προορισμό, μα ασυναίσθητα φθάνει κάτω από το παράθυρο εκείνης που τον έκανε να μη χωράει στο σπίτι του απόψε. Η είσοδος έχει την μυρωδιά της, κοιτάζει διψασμένος το παράθυρο μπας και καταφέρει να ξεκλέψει άλλο ένα υποσχόμενο και ζεστό βλέμμα ενώ ακουμπώντας την πόρτα ανατριχιάζει όπως όταν εκείνη τον ακουμπάει τυχαία και σχεδόν αδιάφορα. Αμφιβολίες, υποθέσεις, διφορούμενα λόγια και σκέψεις γεμάτες από την ανοησία των ελπίδων του έρωτα συσσωρεύονται στο μυαλό του, τον υπνωτίζουν και τη στιγμή που εκείνες αρχίζουν να καθορίζουν τις πράξεις του, οδηγώντας το δάχτυλό το προς το κουδούνι, οι ήχοι του “Deaf Princess” έρχονται σαν από μηχανής θεός για να τον ξυπνήσουν άγαρμπα. Ο ερωτευμένος ήρωάς μας, αποκωδικοποιεί για τελευταία φορά εικόνες, λέξεις και βλέμματα. Τσατίζεται, νιώθει την καρδιά του να φλέγεται, ουρλιάζει από μέσα του τόσο δυνατά το στίχο “You are Deaf” που παρόλο που κουνάει τα χείλη του η φωνή του δεν ακούγεται. Βάζει τον ήχο στα ακουστικά του στο τέρμα, περιμένοντας εκείνη να ακούσει το απελπισμένο του τραγούδι, να μπουν οι ηλεκτρισμένες μελωδίες κάτω από τη σχισμή της πόρτας και να καταλάβει δια μαγείας τα συναισθήματά του, την παρουσία του. Nα ανοίξει την πόρτα διάολε! “Είναι η τελευταία της ευκαιρία” λέει στον εαυτό του μα οι σπαραχτικοί ήχοι από τις ηλεκτρικές κιθάρες που ακολουθούν, βάζουν ένα τέλος στο δίλημμά του. “You don’t see anything, you don’t hear anything, you’re deaf” καταφέρνει να ψελλίσει και αφήνοντας ένα από τα αποτσίγαρά του στην πόρτα της, φεύγει ζαλισμένος, σχεδόν μεθυσμένος από τις μελωδίες και τις σκέψεις του. Μα τώρα πια είναι σίγουρος πως η ελπίδα πέθανε και μέχρι το αυριανό, γκρίζο πρωινό, όλα θα έχουν αλλάξει. Θα είναι όλα λιγότερα επίπονα μα και περισσότερο αδιάφορα.

Τέλος, ο τρίτος πρωταγωνιστής, κατά μια διαβολική σύμπτωση, βρισκόταν στην ίδια πόρτα λίγο νωρίτερα. Οδηγούμενος από την ίδια ελπίδα, τα ίδια όνειρα και την ίδια δίψα στο κατώφλι της, έντυσε το πάθος του με τον χιτώνα της αδιαφορίας και χτύπησε το κουδούνι προσποιούμενος πως δεν είχε να κάνει κάτι καλύτερο απόψε. Εκείνη άνοιξε και τον καλωσόρισε με ένα “Καλά έκανες και ήρθες“. Του προσέφερε ένα ποτήρι κρασί και κάθισε δίπλα του. Μετά από λίγη ώρα ο ήρωάς μας κατάλαβε πως ήρθε η ώρα να πραγματοποιήσει το σχέδιό του. Έβγαλε ένα κουβάρι καλώδια ακουστικών από την τσέπη του και τα ξετυλίγοντάς τα  υπομονετικά, σχεδόν ιεροτελεστικά, τα χώρισε στα δύο, της προσέφερε το ένα και της ζήτησε να ακούσει. Η διαίσθησή της εκείνη την ώρα την πρόσταξε να κοιτάξει από το παράθυρο, μα εκείνη δεν την υπάκουσε. Έβαλε το ακουστικό στο αυτί της και η θορυβώδης μελωδία του “You should be loved” που μόλις ξεκινούσε, την πλημμύρισε και έμοιαζε εκείνη τη στιγμή με το πιο θλιμμένο, το πιο αληθινό μα και το πιο ερωτικό τραγούδι που έχει ακούσει ποτέ. “La la, la la baby… you should be loved.. la, la..“. Και ήταν η μοναξιά, και ήταν η ελπίδα που πέθανε μόλις και το όνειρο που μόλις γεννήθηκε, και ήταν η καρδιά που διψούσε να μοιραστεί και η παγωμένη ψυχή που απεγνωσμένα ήθελε να ζεσταθεί, όταν εκείνη του χάρισε το πρώτο τους φιλί εκείνη την εξωπραγματικά κόκκινη και παράξενη νύχτα.

Δεν

ξέρω πόσα ακόμα παραμύθια, πόσες ιστορίες χρειάζονται για να χωρέσεις τα συναισθήματα και τις εικόνες του δίσκου “The 3rd Day” των Illegal Operation. Κάνοντας εμφανεις της μουσικές επιρροές του συγκροτήματος (Tom Waits, Nick Cave και Calexico για παράδειγμα), είναι ένα άλμπουμ που μιλά για τον  έρωτα σε όλες του τις εκφάνσεις και ξεχειλίζει από πόνο, πόθο και πάθος.

Οι Blues μελωδίες του, τα έντονα rock ‘n’ roll ξεσπάσματα, οι ηλεκτρισμένες μα και οι groovy κιθάρες του, οι ψίθυροι, οι εξομολογήσεις του, η αισθαντική, βραχνή μα και θεατρική φωνή του Μανώλη Αγγελάκη δημιουργούν αυτό το είδος της μουσικής που είναι ικανή να γεμίσει την καρδιά σου, το μυαλό σου, το σπίτι σου από συναισθήματα και να σε κάνει να βγεις στους δρόμους για να τη ξορκίσεις. Τα ξεσπάσματά του, τα παραμιλητά του και οι υπνωτισμένες ή οι κοφτερές σα ξυράφια κιθάρες του μπορούν να κάνουν την παράνοια να καθίσει δίπλα σου και να μοιραστεί μαζί σου το παράνομο τσιγάρο της, να κάνουν τις σκέψεις σου έναν επικίνδυνο ανεμοστρόβιλοπου θα σε μεταφέρει πέρα από τα όρια της λογικής, μα είναι ικανά να φέρουν στο τέλος τους την κάθαρση.

Ιllegal Operation

Ιllegal Operation

Οι Illegal Operation, δημιουργήθηκαν το  2000, με αφορμή το “Blues Festival“, της Πετρούπολης, ενώ σήμερα αποτελούνται από τους Μανώλη Αγγελάκη (κιθάρα και φωνή), Στάθη Ιωάννου (κιθάρα), Γιώργο Τσαλκίδη (κιθάρα, πλήκτρα, κρουστά και τρομπόνι), Κώστα Καταληματία (μπάσο), Μάριο Σαρακηνό (τύμπανα) και Κώστα Κοτζαμπόπουλο (μπάσο).

Το 2001, αφότου είχαν προηγηθεί τα EPs τους “Κόκκινο” και “Κίτρινο”, κυκλοφόρησαν από την Hitch Hyke τo πρώτο τους άλμπουμ με τίτλο “Blue Project“, το οποίο περιείχε τόσο δικά τους κομμάτια, όσο και διασκευές σε ιστορικά  Blues κομμάτια των Leadbelly, Willie Dixon και Blind Lemon Jefferson, τους χαρακτήρισε σαν ένα από τα πιο ελπιδοφόρα συγκροτήματα της τότε μουσικής σκηνής. Ένα χρόνο αργότερα, ήρθε και ο δεύτερος δίσκος τους “Bust” ξανά με πρωτότυπες μπλουζ μελωδίες αλλά και διασκευές, ενώ ακολούθησαν και αρκετές live εμφανίσεις, καθώς και συναυλιακές συνεργασίες με συγκροτήματα όπως οι Canned Heat, Big Sleep, Louis Tillet, Tricky, Gallon Drunk, Sivert Hoyem, Savage Republic και The Last Drive.

Το 2011, δέκα χρόνια αργότερα από το τελευταίο τους άλμπουμ, με ήχους που το ένα πόδι τους είναι στους βάλτους του Μισισσιπή και το άλλο στους βάλτους της Αθηναϊκής νύχτας όπως λένε οι ίδιοι, μας παρουσίασαν το “The 3rd Day” το οποίο κυκλοφορεί από την Inner Ear σε διπλό βινύλιο με ένθετο cd — και μπορείς να το αγοράσεις από εδώ.

Αν

με ρωτήσεις ποια τραγούδια του δίσκου “αξίζουν”, θα σου απαντήσω όλα. Αν ξέρεις ότι τα συναισθήματά σου μπορούν να ξεφύγουν απο τον αυστηρό έλεγχό σου και να σε πνίξουν, θα σου πω να μην ακούσεις τον δίσκο αν δεν είσαι προετοιμασμένος, ειδικά μια μέρα παράξενη σαν τη σημερινή.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για έναν από τους καλύτερους και τους πιο αυθεντικούς δίσκους που άκουσα τελευταία. Απαλλαγμένος από κάθε είδους μόδα, προσφέρει γνήσιες, ουσιαστικές, γεμάτες συναισθήματα και πλούσιες μελωδίες παιγμένες από έμπειρους μουσικούς που γνωρίζουν πολύ καλά αυτό που κάνουν.

Βρες τον κατάλληλο χρόνο, δώσε του την προσοχή που του αρμόζει και πίστεψέ με, είναι πολύ δύσκολο να μην ακουμπήσει, έστω και απαλά, την καρδιά σου.

 

Tea Party!





Σχετικά με τον Συγγραφέα

Μυριδάκη Γεωργία
Η Γεωργία γεννήθηκε στα Χανιά και ζει στη Θεσσαλονίκη, όπου την φιλοξενούν δύο γάτες. Της αρέσει να ακούει, βλέπει και διαβάζει δουλειές δημιουργικών ανθρώπων και να ανακαλύπτει συνεχώς καινούρια και παράξενα πράγματα. Η μεγάλη της αγάπη ήταν και παραμένει η μουσική.