Παρουσίαση
ίναι 1994, αρχές νομίζω., Εγώ φανατικός 15χρονος οπαδός του Βασίλη Παπακωνσταντίνου (έεεεεεελα), ακούω τους παλιούς δίκους (“Φοβάμαι“, “Διαίρεση” και “Χαιρετίσματα“), ξεψαχνίζω τους πιο πρόσφατους (“Σφεντόνα” και “Χορεύω“) και αντιλαμβάνομαι και μια δουλειά που κυκλοφόρησε εκείνη τη χρονιά και δεν πήρε τη δημοσιότητα που πήρε ο αμιγώς προσωπικός του δίσκος (“Δε Σηκώνει“) που εμφανίστηκε στα δισκοπωλεία τον ίδιο περίπου καιρό με αυτή.
Ο τίτλος της ήταν “Φυσάει” και ενώ τη μουσική την υπέγραφε ο Γιώργος Τσαγκάρης, οι στίχοι ήταν ποιήματα κάποιου Τάσου Λειβαδίτη (σε ευχαριστώ, ω σχολείο, που έπρεπε να φτάσω λύκειο για να μου τον μάθεις).
Τα υπόλοιπα 35 με 40 λεπτά που διαρκεί ο δίσκος, υπήρξαν μια αποκάλυψη στη ζωή μου, που μπορεί να συγκριθεί με τις στιγμές που ανακάλυπτα τον Bob Dylan ή τελείωνα τον “Άρχοντα των Δαχτυλιδιών” ή έβλεπα τα τελευταία 20 λεπτά του “Κύκλου των χαμένων ποιητών” ή… τέλος πάντων, μια εποχή αθωότητας τελείωνε και έδινε τη σειρά της σε μια καινούργια (ναι, έτσι πηγαίνει η ιστορία βρε απαισιόδοξοι, όταν σταματήσουν να σε ενθουσιάζουν τα πράγματα και οι άνθρωποι, τελειώνει η αθωότητα).
και μόνο όταν κάποιος μας αγαπήσει, ερχόμαστε για λίγο
κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε κιόλας νεκροί
Δε ξέρω από που να αρχίσω να μιλάω για τον Τάσο Λειβαδίτη. Ίσως θα ήταν απαραίτητα κάποια βιογραφικά στοιχεία. Ότι γεννήθηκε στην Αθήνα π.χ. το 1922. Ότι ανέπτυξε έντονη πολιτική δράση και εξορίστηκε γι’ αυτήν από το 1947 έως το 1951. Ότι πολλά έργα του εκείνη την εποχή θεωρήθηκαν ανατρεπτικά και κατασχέθηκαν (για να δικαιωθεί αργότερα στα δικαστήρια λόγω αμφιβολιών). Ίσως αυτά χρειάζονται για να καταλάβει κάποιος την ποίηση του Λειβαδίτη. Ίσως και όχι.
Η ανακάλυψη των στίχων του σε οδηγεί στο δρόμο που κατεβαίνεις όταν είσαι ερωτευμένος: είσαι εσύ και ο εραστής σου τα μοναδικά πρόσωπα στον κόσμο, οι τελευταίοι αληθινοί και παθιασμένοι άνθρωποι αυτού του σύμπαντος. Είναι μόνο δικός σου, είναι μόνο δική σου και σου ανήκει όσο της ανήκεις, με εκείνον τον μαγικό τρόπο που δεν αισθάνεσαι σκλάβος, αλλά νιώθεις πως βρέθηκε ένας κόσμος για να σε δεχτεί όπως είσαι. Θα μπορούσα να συνεχίσω για ώρες σε αυτό το μοτίβο αλλά μετά θα με κατηγορούσαν πως γίνομαι πιο πρόβατο από εκείνο που δεν είναι αρνί.
οφείλεται αυτή η περίεργη δυναμική του Λειβαδίτη, να κατακτά δηλαδή τον αναγνώστη του;
Θα μιλήσω για μένα και μόνο για μένα, άλλωστε η ποίηση άλλα λέει στον έναν και άλλα στον άλλο, για να τους ενώσει με τρόπο θαυμαστό κάτω από αυτή τη διαφορετικότητα.
Καταρχήν, η διαδρομή και η εξέλιξη της ποίησης του Λειβαδίτη, είναι η διαδρομή και η εξέλιξη του ανθρώπου: ο νέος άνθρωπος με τα όνειρα του, την επανάσταση και την αντίδραση να ρέει στο αίμα του, με την πεποίθηση πως θα αλλάξει τον κόσμο και θα το κάνει με τον σωστό τρόπο, δίνει τη θέση του σε έναν πιο κατασταλαγμένο μεσήλικα που παλεύει με τις ενοχές του και τις ντροπές του, ψάχνει την κατάλληλη ισορροπία μεταξύ του χθες και του αύριο, αναζητεί τους λόγους των ηττών του, μάχεται με νύχια και με δόντια να κρατήσει τους έρωτες του ζωντανούς και ο οποίος δίνει τη σειρά του στον ηλικιωμένο, που κρέμεται από τη σπίθα ενός παρελθόντος που θα το ήθελε λίγο πιο ένδοξο, πεισματικά επιμένει να κρατάει ένα φανάρι αναζητώντας τις εκατομμύρια μορφές του έρωτα, εκείνες που ακόμα και η δική του σάρκα μπορεί να αντέξει και δεν θέλει να συμβιβαστεί με το τέλος, θέλει να μη φοβηθεί το θάνατο δίνοντας μια απάντηση για το τι ήταν η ζωή.
Κι εγώ, ο ηλίθιος, απορούσα καμιά φορά που σφύριζε τόσο αμέριμνα.
Όσο κι αν η ποίηση των πρώτων χρόνων διακατέχεται από εκείνη τη νεανική βία, την ορμή και το θράσος του θριαμβευτή που επιστρέφει στον τόπο που του ανήκει για να τον διεκδικήσει, είναι το έργο των τελευταίων 15 χρόνων του που εμένα με συναρπάζει (ίσως γιατί δεν βίωσα εκείνη την εποχή που διψούσε για τον λόγο αυτόν, το λόγο του Λειβαδίτη, του Ρίτσου κ.α.).
Ο πολεμιστής της πρώτης εποχής μετατρέπεται σιγά σιγά σε καλλιτέχνη, σε ζωγράφο και γλύπτη, σε μουσικό και σκηνοθέτη. Οι εικόνες που αναβλύζουν από την καρδιά του και το μυαλό του δεν μπορούν να στηθούν εύκολα σε κανέναν καμβά. Εκεί που τα φθινοπωρινά φύλλα γίνονται μαξιλάρια για τις γυναίκες που θέλουν να αποκοιμηθούν, οι αλκοολικοί μεθάνε με τα όνειρα, τα σφυρίγματα των τρένων αναγγέλλουν την αιώνια νύχτα. Εικόνες, μέσα σε εικόνες, μέσα σε εικόνες… και στο βάθος λέξεις.
τάνοντας στο τέλος των δικών μου απόψεων και μόνο… λέγω πως ο Τάσος Λειβαδίτης είναι ο μεγαλύτερος ποιητής της δικής μου ζωής.
Την έντυσε χρόνια πριν ακόμα καταλάβω τι ρούχα της χρειάζονται. Υπήρξε χάρτης, υπήρξε αδελφικός ώμος για παρηγοριά, υπήρξε τόσα πολλά που αδυνατώ να τα απαριθμήσω χωρίς να γίνω υπέρμετρα μελό. Και διάολε, αυτό είναι το τελευταίο που χρειάζεται όταν μιλάς για τους στίχους του Λειβαδίτη. Αυτοί καταφέρνουν να λένε τα πιο μεγάλα, τα πιο τραγικά, τα πιο θλιμμένα, με έναν τρόπο και μία γλώσσα που θα ταίριαζε σε όσους κατέχουν την Αλήθεια.
Ο Λειβαδίτης την κατέχει, αλλά το αρνείται με πανέμορφο τρόπο γιατί ξέρει πως ίσως δεν είναι κάτι περισσότερο από τον καθένα μας, απλά ανακάλυψε μια άλλη αλφάβητο για να μιλήσει και αφού εμείς δεν μπορούμε παρά ελάχιστα γράμματα της να μαντέψουμε, ανέλαβε να πει για εμάς, όσα θα θέλαμε να πούμε.
κι όμως αυτό υπήρξε όλη μας η ζωή






















και πιο καλά, δεν μπορείς να κάνεις…:)
Μου αρέσει - Δεν μου αρέσει:
0
0
Αγαπώ Λειβαδίτη.
Μου αρέσει - Δεν μου αρέσει:
0
0