Παρουσίαση
άχνοντας να γράψω για κάτι στο κλίμα των ημερών, είχα στουμπώσει το στόμα μου με μισή ντουζίνα μελομακάρονα, κουραμπιέδες, δίπλες και σουφλέ σοκολάτας (ξέρω πως αυτό δεν έχει και μεγάλη σχέση με τα Χριστούγεννα, αλλά πάντα υπάρχει σουφλέ σοκολάτας σε απόσταση ενός χεριού) και περίμενα την έμπνευση να μου έρθει (ή τον κοιλόπονο, ό,τι ερχόταν πρώτο) ακούγοντας ραδιόφωνο.
Είχα απορρίψει τις παραδοσιακές ιδέες που οδηγούν πάντα και τους πάντες στον Κάρολο Ντίκενς (και όχι μόνο εμένα αλλά κυρίως της τηλεόραση που προβάλει κάθε πιθανή εκδοχή της «Χριστουγεννιάτικής Ιστορίας» του, με το «Πάρτυ Φαντασμάτων» που πρωταγωνιστεί ο Μπιλ Μάρεϊ να είναι μακράν η καλύτερη) και έψαχνα μια πιο πρωτότυπη ιστορία.
Και τότε, Άγγελος Ραδιοφώνου έδειξε με τη ρομφαία του (που έμοιαζε αρκετά με κεραία) το πρόσωπο μου και αποφάσισε: «σου αξίζει η έμπνευση». Και το τραγούδι που ξεκίνησε να παίζει με κατέκλυσε με αναμνήσεις και την ιδέα για το σημερινό μου άρθρο.
Ρουν παπαρούν παπαρούνα
Τη στύβουμε και κάνουμε ματζούνα
18 μερόνυχτα, σε σιγανή φωτιά
Λίγα χρόνια πριν οι αδερφοί Κατσιμίχα κυκλοφορήσουν τον δίσκο που άλλαξε τη δική τους ιστορία στη μουσική (λέγε με και «Ζεστά Ποτά») και δίνοντας μορφή και ώθηση στο είδος της ακουστικής μπαλάντας (που τόσα δεινά έφερε σε αυτή τη χώρα), το είχαν ρίξει στη συγγραφή παραμυθιών. Το αποτέλεσμα: ένα μοντέρνο Χριστουγεννιάτικο παραμύθι που κουβαλάει πλήθος παραδόσεων, θρύλων και μύθων, ως επί το πλείστον ελληνικών.
Ξημερώνει στην Αγέλαστη Πολιτεία, ένα μέρος που δεν επιτρέπεται η διασκέδαση και η χαρά, κυριαρχεί η σοβαρότητα και η αυστηρότητα, και οι γονείς αυτού του μέρους προσπαθούν, επιτυχημένα, να περάσουν τούτα τα ιδανικά στα παιδιά τους. Η έλευση όμως των καλικαντζάρων, την ημέρα των Χριστουγέννων, θα αλλάξει δραματικά τη ζωή τους και τις τρυφερές ψυχές των μικρότερων θα τις σημαδέψει μια για πάντα. Μέσα από μια σειρά σκανδαλιών, πονηρών φαρσών και τραγουδιών, θα σπρώξουν τους καθ’ όλα ευυπόληπτους κατοίκους της Αγέλαστης Πολιτείας σε μια σειρά γεγονότων που όταν όλα τελειώσουν, θα προτιμήσουν να κάνουν πως τα ξέχασαν παρά να διδαχθούν κάτι από αυτά. Μόνο τα παιδιά θα βγουν από όλη αυτή την ιστορία σοφότερα, πιο χαρούμενα και φυσικά αγνότερα.
Να πω την αλήθεια, δεν ξέρω με ποιον τρόπο συνεργάστηκαν τα αδέρφια για να γράψουν την «Αγέλαστη Πολιτεία», ποιες ιδέες είναι ποιανού; Είναι μάλλον μέρος εκείνης της μυστικιστικής διαδικασίας που ενυπάρχει στις σχέσεις των διδύμων (και που τόσο αρμονικά και δημιουργικά έγινε πράξη στη μουσική τους πορεία) και που δύσκολα εξηγείται στους υπόλοιπους. Η γλώσσα είναι εκείνη των παραμυθιών, εκείνη που διαβάζεται εύκολα από τα παιδιά αλλά δεν απογοητεύει τους μεγάλους. Εξάλλου στο συγκεκριμένο βιβλίο υπάρχει το εξής παράδοξο: έγινε δέκα φορές πιο γνωστό κι επιτυχημένο στους ενήλικες (οπαδούς των Κατσιμιχαίων) όταν κυκλοφόρησε σε δίσκο.
Εκτός από το παραδοσιακό μήνυμα των Χριστουγέννων (που οι καλικάντζαροι παρουσιάζονται σαν ζαβολιάρηδες και κατεργάρηδες μεν, που θέλουν να κόψουν το δέντρο της Γης και να χαλάσουν τις γιορτές, από την άλλη όμως είναι και ο λόγος που ξεσηκώνεται η πόλη και κάνουν τους πάντες να ξεφαντώνουν), οι αδελφοί Κατσιμίχα μπολιάζουν την ιστορία τους με πρωτότυπους χαρακτήρες, με μια μοντέρνα αισθητική (η πόλη που απαγορεύονται τα γέλια και οι χοροί), με αξιομνημόνευτες ατάκες και με ένα φινάλε αντάξιο της ιστορίας.
Ξέρω πως είναι σχεδόν αδύνατο να διαβάσει κάποιος την «Αγέλαστη Πολιτεία» χωρίς να πάρει υπόψη του ποιοι το έγραψαν (και ανάλογα να κρίνει πολύ θετικά ή πολύ αρνητικά). Κι ίσως είναι ακόμα λιγότεροι αυτοί που θα ανοίξουν το βιβλίο και δεν θα πάρουν το CD. Ομολογουμένως, και η μουσική επιμέλεια του παραμυθιού που του επιφύλαξαν οι αδερφοί Κατσιμίχα, υπήρξε πολύ καλή. Μέρες όμως που είναι, και πριν βάλετε τα τραγούδια να ακουστούν και την αφήγηση του Χάρη ή του Πάνου, ειδικά αν έχετε παιδιά, ξαπλώστε μαζί τους στο κρεβάτι πριν κοιμηθούν και διαβάστε το τους.
Γι’ αυτόν τον λόγο δεν γράφονται τα παραμύθια; Κι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα πολύ καλό.





















