ρίζες του καφενείου ψάχνοντας για νερό που θα γεμίσει το μπρίκι του αγαπημένου μας ροφήματος, τραβάν πολύ βαθιά. Οι Γάλλοι με τη γνώση του ιδιαίτερού τους και τον εγωισμό του χαρακτήρα τους θεωρούν ότι το καφέ Λε-Προκόπ που ιδρύθηκε το 1686, δεν ήταν μόνο το πρώτο του Παρισιού αλλά και το πρώτο στον κόσμο. Ο σουλτάνος ωστόσο, με τη σπάθα ανάμεσα στα δόντια, τους χαμογελάει και τους καλεί στην Κωνσταντινούπολη του 1555 για να τους δείξει το πρώτο δικό τους εκεί και να τους κεράσει έναν τούρκικο (ή ελληνικό) στη χόβολη! Η μορφή που έχει το παραδοσιακό καφενείο των ημερών μας είναι προϊόν του 18ου και του 19ου αιώνα με την υποβοήθεια του νέου ελληνικού κράτους. Αυτό είναι και το καφενείο που θα μας απασχολήσει σήμερα. Αυτό είναι εν τέλει το μέρος που λατρεύω να σκαρώνω τις ιστορίες μου χαζεύοντας στην τηλεόρασή του ντρίπλες και τζαρτζαρίσματα.
Η σχέση μου με τα καφενεία και τους θαμώνες τους ξεκίνησε στην Κρήτη στα φοιτητικά μου χρόνια. Τότε μπουχτισμένος απ’ τους δήθεν των μοντέρνων καφέ και τους άμπαλους ξερόλες επικριτές ενός ανάποδου πλαγίου, πήρα κάνα-δυο φίλους μου και γεμίσαμε ρακί τα σφηνάκια μας στο καφενείο του «Σιμιτζή». Πάντα προτιμούσα έναν παππού με μια ιστορία άσχετη με τον αγώνα, παρά έναν άσχετο συνομήλικό μου με μια ιστορία για τον αγώνα. Εκεί «σπούδασα» χαρακτήρες όπως ο Παοκτζής-σκουπιδιάρης που ξυπνούσε κάθε μέρα χαράματα, ο Βασίλης 45χρονος γαμπρός του Σιμιτζή που ήθελε να τα αλλάξει όλα και να τα κάνει μοντέρνα, ο παππούς που σαν τους γάτους των καρτούν έβαζε το ψάρι ολόκληρο στο στόμα του και χωρίς να πνίγεται έβγαζε μόνο τα κόκαλα, κι ένα σωρό άλλους…
Βέβαια, πηγαίνοντας σε ένα τέτοιο μέρος γνωρίζεις το ρίσκο που παίρνεις. Τουλάχιστον στην ηλικία που είμαι τώρα το γνωρίζω. Τότε αφελώς ανυποψίαστος, σχεδόν προσγειώθηκα σαν τους αδελφούς Ράιτ στις δοκιμαστικές τους πτήσεις, όταν μια μέρα βρήκα το καφενείο κλειστό κι ένα κηδειόχαρτο στην πόρτα: ο Σιμιτζής είχε βαρεθεί να ανακατεύει τον καφέ με τη ζάχαρη και μας είχε αφήσει για άλλους τόπους.
Στη Θεσσαλονίκη έχω κλείσει τα πέντε χρόνια παρουσίας. Ως εδώ και μερικούς μήνες υπέφερα μη έχοντας ένα παρόμοιο στέκι. Αναγκαζόμουν να παρακαλάω για μια καρέκλα και μια μικρή μπύρα-5 ευρώ σε φοιτητο-καφέ της κακιάς ώρας, με τηλεοράσεις χωρίς ήχο και όμοιους σαν φωτοκόπιες θαμώνες βγαλμένους απ’ την πιο ηλίθια εποχή στην ιστορία αυτής της χώρας: την πρώτη δεκαετία του 2000. Ώσπου ένα απόγευμα μπήκα στο Γαλέριο. Ένα καφενείο που ανακαινίστηκε τελευταία φορά όταν ο Ρωμαίος αυτοκράτορας που του έδωσε το όνομά του, προέλαυνε εναντίον των Περσών. Με τεράστιες λευκές λάμπες φθορίου, με κόκκινο πλαστικό τραπεζομάντηλο στα τραπέζια, με ένα τσιγαρί χρώμα στους τοίχους, με ένα μικρό μπαρ στο βάθος και μια κουζίνα μεγάλη σαν τηλεφωνικό θάλαμο μινιατούρα, ο Γαλέριος σε πρώτη όψη δεν έχει τίποτα το ελκυστικό, τίποτα να σε πείσει να ξαναπάς. Σε πρώτη όψη, γιατί μετά έρχεται η πρώτη επαφή, έρχεται η παρατήρηση των θαμώνων του, έρχονται τα σχόλιά τους, έρχονται οι φτηνές μπύρες και τα τηγανητά λουκάνικα που κάνουν την παρακολούθηση των αγώνων απόλαυση. Που σου χαρίζουν εγγυημένα 2 ώρες ποδοσφαίρου με τα παρελκόμενά του μέσα σε μιαν αχλύ παλαιότερων εποχών.
Οι εικόνες και οι χαρακτήρες παρακάτω ανήκουν σε πραγματικές στιγμές και πραγματικά πρόσωπα. Και δεν πρόκειται για την καταγραφή στιγμών ερανισμένων από διαφορετικές μου παρουσίες εκεί αλλά από ένα μόνο απόγευμα Κυριακής.
Στην τηλεόραση παιζόταν ο αγώνας του Παναθηναϊκού με την Κέρκυρα. Το ματς εξελισσόταν σε τραγωδία για τα ευαίσθητα στην ασχήμια μάτια μου οπότε το χαλάρωμα με ένα ακόμη ρακί και η παρακολούθηση του χώρου ενδεικνυόταν.
Οι σκακιστές
Στο μαγαζί βρίσκονταν περίπου 30 άτομα. Παρέες παρέες ή μόνοι τους, μιλούσαν, χειρονομούσαν, φώναζαν. Στη μέση, σε ένα τραπέζι μικρό τετράγωνο κάθονταν ακόμη μια φορά οι δυο σκακιστές. Πάντα στην ίδια θέση, πάντα αμίλητοι, μπορώ να πω και πάντα με τα ίδια πιόνια πάνω στη σκακιέρα τους όσους μήνες πηγαίνω εκεί. Ο ένας σοβαρός, ο άλλος συνέχεια με το χαμόγελο του αλόγου, του Οράτιου Χαλινάρη, απ’ τα κινούμενα σχέδια του Ντίσνεϋ. Τριγύρω τους, λες και παρακολουθούν σινεμά, 3-4 κύριοι κάνουν σχόλια, γελάν και προσπαθούν να παρακινήσουν τους σκακιστές σε μια κίνηση που θα δείξει ότι είναι ακόμη ζωντανοί και δεν έχουν μεταμορφωθεί σε αγάλματα. Τελικά, ο ένας απ’ τους δυο θα το επιβεβαιώσει (ο Οράτιος) σηκώνοντας το χέρι του και ζητώντας το… καθιερωμένο τσάι των 8.00!
Ο Βικελίδης
Λίγο πιο δίπλα σε τραπέζι με ροφήματα που φέρνουν το βουνό πιο κοντά στην πόλη, τρεις ηλικιωμένοι με προβλήματα ακοής φωνάζουν τόσο που σκέφτομαι ότι οι πολυκαιρισμένοι σοβάδες από πάνω τους ίσως και να προσγειωθούν στο κεφάλι τους πριν το ημίχρονο του αγώνα. Η συζήτησή τους περιστρέφεται γύρω από ένα σκληρό μαρκάρισμα που έκανε κάποιος αμυντικός του Παναθηναϊκού. Ο ένας, ο πιο μορφωμένος όπως φαίνεται απ’ τον τρόπο που οι άλλοι τον ακούν χωρίς να τον διακόπτουν, λέει με φωνή καμπάνα για να τον ακούσουν ως τα Μουδανιά:
Γνωρίζοντας ότι ο Βικελίδης έπαιξε ποδόσφαιρο στην ομάδα της πόλης την εποχή που η Θεσσαλονίκη ήταν ακόμη αδερφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου μπορώ να καταλάβω και την ηλικία τους!
Οι πολιτικοί
Καφενείο χωρίς πολιτική συζήτηση είναι σαν γήπεδο χωρίς φιλάθλους. Ξένο προς την ιδιότητα και τα χαρακτηριστικά του. Οι πρωταγωνιστές μας λοιπόν είναι τρεις άνδρες κοντά στα εβδομήντα, με κακή διάθεση, που αδιαφορούν για το ματς στην τηλεόραση και προσπαθούν να βρουν μια λύση για τη χώρα. Ο ένας κάνει το λάθος να αναφέρει ότι η στάση πληρωμών απ’ την πλευρά των πολιτών και αντίστασή τους ίσως να αποδειχτεί η μοναδική διέξοδος. Ο άλλος, συντηρητικός μέχρι κατάψυξης, τον αγριοκοιτάζει και ανασηκώνεται απ’ την καρέκλα. Ξανακάθεται γυρνώντας του πλάτη 45 μοιρών. Πλέον έχει φάτσα-κάρτα τον τρίτο της παρέας που είναι αμίλητος και σκεφτικός. Ο αιρετικός, μη θέλοντας να πιστέψει την κίνηση του συνομιλητή του, τον σκουντάει και τον ρωτάει αν διαφωνεί. Η στιχομυθία που ακολούθησε με έκανε κι εμένα να ανασηκωθώ λιγάκι:
-Τα άκουγα κι απ’ τους κομμουνιστάς αυτά που λες και δεν τα πίστευα!
-Γιατί ρε, δεν είναι άνθρωποι και οι κομμουνιστές;
-Άσε με τώρα!
Ο συνομωσιολόγος
Το ματς έχει περάσει το ημίχρονο και βρίσκεται στο 1-0 με γκολ του Λέτο. Παραμένει παρ’ ολ’ αυτά τόσο κακό που σχεδόν κανείς δεν ασχολείται με αυτό. Η νέα οπτική μου γωνία άφησε μεν στην πλάτη μου τους «πολιτικούς» με έφερε δε σε οπτική επαφή με έναν 65χρονο καλοντυμένο, με καπελάκι τραγιάσκα και στρογγυλά γυαλάκια. Ανά τακτά διαστήματα σηκώνεται όρθιος και χειρονομεί παραστατικά ενώ γύρω του 5-6 ακροατές μόνο που δεν τον χειροκροτούν. Βρίσκεται μακριά και προσπαθώ να αποκόψω τους υπόλοιπους ήχους για να συγκεντρωθώ σε αυτά που λέει και κάνει το πλήθος να κρέμεται απ’ τα λόγια του. Δυο-τρεις προτάσεις που έπιασα με έκαναν να χαμογελάσω, να παραγγείλω ένα ακόμη καραφάκι και να κοιτάξω προς την πόρτα που άνοιγε:
-Ήρθα από Γαλλία προχτές. Στο αεροδρόμιο με έψαξαν παντού. Παντού σας λέω. Με έβαλαν να βγάλω μέχρι και τα παπούτσια μου. Μου άνοιξαν την τσάντα που κράταγα. Τα πράγματα είναι περίεργα. Εγώ σας το λέω: Περιμένουν χτύπημα. Τρομοκρατικό! Είμαστε στο μάτι του κυκλώνα. Μας έχουν όλοι στη μπούκα!
Μεγάλη Υπόθεση
Απ’ την πόρτα μπήκε ένας απ’ τους πρώτους που μου μίλησαν όταν πρωτοπήγα στο καφενείο. Ένας κύριος κοντά στα 80 που έχει πάθει εγκεφαλικό και περπατάει με το ένα πόδι ενώ με το άλλο κάνει πετάλι. Μου κούνησε το κεφάλι και προχώρησε προς το στάνταρ τραπέζι του: αυτό που 4 παίζουν μπουρλότ και 5-6 φανατίζονται με τα σωστά και τα λάθη τους! Προχωρώντας προς τα εκεί κάποιος τον ρώτησε πόσο έληξε ο Άρης. Η απάντησή του ένας μονόλογος στο repeat. Για να το εμπεδώσει ο καθένας:
-Κερδίσαμε. 1-0 μεγάλη υπόθεση. Με γκολ του Καστίγιο. Καλός παίχτης, μεγάλη υπόθεση. Ανεβαίνουμε σιγά σιγά. Αυτό έχει σημασία. Μεγάλη υπόθεση. Να παίζεις καλά πια δε μετράει. Κι ο Παναθηναϊκός τώρα παίζει καλά; Όχι. Το έβλεπα στο σπίτι. Κερδίζει όμως. Μεγάλη υπόθεση!
Ο ρατσιστής
Το ματς βαδίζει προς το τέλος. Ο Παναθηναϊκός δεν έχει κάνει φάση απ’ το 60΄ και η Κέρκυρα δεν έχει την ικανότητα να δώσει σωστή πάσα στα δύο μέτρα. Κάποιοι αρχίζουν να λένε για το Κόπα Άφρικα που θα αρχίσει σε μερικές μέρες. Τότε σαν και μύγα να τσίμπησε έναν κοντούλη 60άρη που έμοιαζε ήσυχος και γαλήνιος σαν επιφάνεια λίμνης στον Καναδά, κοκκινίζει και πετάει την ατάκα της ζωής του. Αυτή που φύλαγε καλά κρυμμένη για αιώνες στο μικρόσωμο κορμί του, που χρόνια αναρωτήσεων τον είχαν οδηγήσει στο αλάθευτο συμπέρασμα:
-Αυτοί, Νιγηριανοί, Γκανέζοι, Καμερουνέζοι γιατί δεν έχουν ούτε έναν άσπρο στις εθνικές τους κι εμείς οι Ευρωπαίοι έχουμε όλο μαύρους στις δικές μας; Εεεε; Εμείς είμαστε μετά ρατσιστές ή αυτοί οι σκυλάραπες;;;;; (…και άλαλα τα χείλη των ευσεβών…)
Το ματς έληξε. Η ώρα είχε πάει σχεδόν εννιάμιση, η τηλεόραση έκλεισε και τα φώτα χαμήλωσαν. Ο Αποστόλης, ιδιοκτήτης, 40άρης με κότσο έβαλε μουσική χαμηλά και άνοιξε ένα αχνό κόκκινο φως στο μπαρ. Δυο τρεις συνομήλικοί του είχαν ήδη πιάσει θέση για τις δικές τους ιστορίες, για να βγει η δικιά τους βραδιά. Το πέρασμα απ’ το ρακί και τη μπύρα στο ουίσκι και τη βότκα ήταν θέμα λεπτών. Ένα «μπουρλότ» που φώναξε κάποιος απ’ το τραπέζι με την τσόχα με το ανάλογης δύναμης χτύπημα του χεριού, με έβγαλε απ’ το χάζι. Σηκώθηκα, πλήρωσα και ανανέωσα το ραντεβού μου για το επόμενο Σαββατοκύριακο.






















Κάντ’το διήγημα αν θες τη γνώμη μου. Έχει πολύ καλό υλικό για να αδικείται ως άρθρο χD
Αρέσει σε πολλούς!
4
0
Μου αρέσει - Δεν μου αρέσει:
Ελεύθερα να το κάνει όποιος μπορεί. Εγώ δεν έχω τέτοια δυνατότητα (ικανότητα)…. Άσε που στο τέλος θα βάλω και κάνα εξωγηινάκι να εμφανίζεται απ’ την πόρτα οπότε ο Γαλέριος θα μετατραπεί σε Αλδεβαράν και η γειτονιά από Ναυαρίνου σε αστερισμο του Ταύρου!
Μου αρέσει - Δεν μου αρέσει:
0
0
Ρε Πρόβατε, σε ΚΑΠΗ και οίκους ευγηρείας θα αρχίσεις να συχνάζεις στο τέλος!
Μου αρέσει - Δεν μου αρέσει:
2
0
Ου στα ΚΑΠΗ! Ήταν ο θάνατος των καφενείων στις πόλεις! Κόψανε τους παππούδες απ’ τους νέους στο βωμό του τζάμπα καφέ!… Μοντέρνε, ε μοντέρνε! Τεντιμπόι!
Μου αρέσει - Δεν μου αρέσει:
3
0