ποθέτω, όλοι θυμούνται τους παιδικούς τους ήρωες: κάποιος χαρακτήρας κινηματογραφικής ταινίας, ένας υπερήρωας από κόμικ, ακόμα και κάποιος γνωστός τραγουδιστής ή ποδοσφαιριστής (βέβαια γιατί κάποιο παιδί θα τον ονόμαζε ήρωα είναι άλλου παπά ευαγγέλιο).
Μεγαλώνοντας, οι περισσότεροι χάνουμε αυτή την “ανάγκη” για ήρωες. Πιθανότατα πιστεύουμε πως γινόμαστε καλύτεροι απ’ όλους και είναι λίγο ντροπή να μιλάμε για τέτοια πρόσωπα.
Εμένα δεν μου βγήκε ποτέ έτσι (παρόλο που οι ναρκισσιστικές μου τάσεις δεν έχουν μειωθεί στο ελάχιστο) και πάντα μου άρεσε να βρίσκω ανθρώπους να θαυμάσω για το έργο τους, να τους εξυψώσω σε μία μυθική σφαίρα, να τους ονομάσω ήρωες για τα ελάχιστα, για τα ταπεινά τους, γι’ αυτά που άλλοι μπορεί να αναφωνήσουν: “ε, όχι ρε Zampano, αυτά που λες δεν τους κάνουν ήρωες, αυτή είναι μια πιο βαριά λέξη“.
Αφήνω τις λέξεις για τον επόμενο καλεσμένο μου την επόμενη εβδομάδα (spoiler) και με ιδιαίτερη περηφάνια παρουσιάζω μία μικρή συζήτηση με έναν από αυτούς τους ήρωες που έμαθα στα 25 μου.
Ο Γιώργος Αυγερόπουλος είναι ο δημιουργός του “Εξάντα“, ίσως της καλύτερης εκπομπής που έφτιαξε ποτέ ελληνικό χέρι.
“Ελληνικό χέρι“… χμφφφ… όχι, ο Γιώργος Αυγερόπουλος είναι ένας άνθρωπος του κόσμου, του πλανήτη Γη, είναι ένας ταξιδιώτης των θαυμάτων, ωραίων ή άσχημων, είναι μια ψυχή σε εγρήγορση, σε διαρκή αναστάτωση αλλά και τόσο ήρεμος, όσο μπορώ να τον ερμηνεύσω από τα λόγια του. Κατασταλαγμένος και αεικίνητος, καθημερινός και ήρωας, ένας σπουδαίος άνθρωπος πέρα και πάνω απ’ όλα.
Τι τρέλα και τι πνευματική διαύγεια συνάμα, τι φίδια στην κοιλιά του και τι στο κεφάλι του πρέπει να έχει κάποιος για να κάνει αυτό που κάνεις; Δεν μιλάω μόνο για τον κίνδυνο στον οποίο θέτεις πολλές φορές τη ζωή σου αλλά και τη ξεκάθαρη πίστη πως αυτά τα θέματα με τα οποία ασχολείσαι πρέπει να υπάρξει κάποιος που, βάζοντας το κεφάλι του στο ντορβά, θα τα δείξει σε άλλους ανθρώπους που αλλιώς μπορεί ποτέ να μην τα μάθαιναν. Μου φαίνεται σαν μια ιερή σταυροφορία που ειλικρινά θα ήθελα να ακούσω γιατί την κάνεις;
Όχι δεν είναι ιερή σταυροφορία, αλλά ένας τρόπος αντίδρασης. Είναι μια πολιτική πράξη ή αν θες μια μορφή ακτιβισμού μέσα από την εικόνα, όπως χαρακτήρισαν την δουλειά μου κριτικοί κινηματογράφου στον Καναδά. Αλλά κυρίως γυρεύω απαντήσεις στα δικά μου εσωτερικά ερωτήματα. Για τη ζωή, τον θάνατο, την αγάπη, την ελευθερία, τη θυσία, την αδικία και την αξιοπρέπεια για να αναφέρω μερικά. Και γεμίζω εικόνες, ήχους, λόγια που δεν θα έβλεπα ή θα άκουγα ποτέ και ζω καταστάσεις που δεν θα τις διάβαζα ποτέ σε κανένα βιβλίο.
Έχω πιάσει τον εαυτό μου να αναμασάει μονότονα τους στίχους από τις Τρύπες: “Και περιφέρομαι από πόλη σε πόλη μ’ ένα κεφάλι γεμάτο χρυσάφι.” Αυτό είναι που έχω αποκομίσει. Εμπειρίες ζωής και με αυτές εφόδιο, μπορώ να ερμηνεύω τα γεγονότα γύρω μου. Σκέφτομαι λοιπόν ότι αν μεταφέρω τη γνώση σε τρίτους, τότε ίσως και εκείνοι να μπορέσουν να ωφεληθούν χρησιμοποιώντας τες ως εργαλείο για την αποκωδικοποίηση της καθημερινότητάς τους. Και πιστεύω ότι οι Έλληνες που ομφαλοσκοπήσαμε αρκετά, θα πρέπει να έχουμε το ένα μας μάτι στραμμένο στο τι
γίνεται στον κόσμο, μιας και ειδικά τώρα, όλες οι σημαντικές αποφάσεις για τις ζωές μας παίρνονται εκτός συνόρων.
Σε τι βαθμό σε επηρεάζουν τα όσα βλέπεις, ακούς και νιώθεις στη διάρκεια των γυρισμάτων (και όχι μόνο προφανώς); Τελικά κάποιος που ασχολείται με αυτό που ονομάζω “ζόρικο ντοκιμαντέρ” (κάλυψη πολέμων, συνέντευξη “τρομοκρατών”, τρίτος κόσμος κ.ο.κ.) πρέπει να επηρεάζεται ή οφείλει να είναι αποστασιοποιημένος όπως είναι για παράδειγμα οι γιατροί;
Δεν είμαι ρομπότ. Έχω κλάψει, έχω γελάσει ή έχω ξεράσει κατά την διάρκεια γυρισμάτων. Πρέπει να είμαι άνθρωπος όταν μιλάω με ανθρώπους που έχουν όνομα, ζωή, φόβους, επιθυμίες και χαρές. Δεν είμαι καθόλου αποστασιοποιημένος, πρέπει να νιώσω όσο μπορώ περισσότερο τις ζωές τους, πρέπει να μπω στο πετσί τους για να καταφέρω να μεταφέρω αργότερα στον θεατή, το συναίσθημα που κυριαρχούσε σε μια συγκεκριμένη σκηνή.
Είχα σχεδόν ξεχάσει πως είσαι δημοσιογράφος. Θα μπορούσα να πω πως αυτό είναι καλό αλλά δεν το θέλω. Η δημοσιογραφία δεν ήταν, δεν είναι, δεν υπήρξε ποτέ κάτι άσχημο. Υπήρξαν όμως πολλοί “άσχημοι” δημοσιογράφοι στη χώρα μας τα τελευταία 20 χρόνια. Ως άνθρωπος που τα έζησε από μέσα (και στις καλές και στις κακές εποχές), καταλαβαίνεις τι είναι αυτό που έκανε τη λέξη “δημοσιογράφος” βρισιά; Είναι οι δημοσιογράφοι μέρος του προβλήματος ή θύματα των καταστάσεων;
Κατ’ αρχήν θα ήθελα να διευκρινίσω κάτι. Είμαι και δημοσιογράφος, αλλά δεν είμαι μόνο αυτό. Χρησιμοποιώ την δημοσιογραφική μου εμπειρία που μου είναι πολύτιμη και την οποία απέκτησα με κόπο, για να ερευνήσω ένα θέμα που μπορεί και να συμβαίνει σε μια επικίνδυνη γωνιά του πλανήτη. Όμως αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι το να χρησιμοποιήσω όλα τα “εργαλεία” που έχω στην διάθεσή μου: τον λόγο, την εικόνα, την μουσική, για να δημιουργήσω μια ταινία με αρχή μέση και τέλος όπου οι χαρακτήρες να είναι σαφείς και τα νοήματα να διαδέχονται το ένα το άλλο καθαρά σαν τις σταγόνες της βροχής, μέσα στα οποία βρίσκεται το μήνυμα που θέλω να στείλω, η δική μου θέση στο ζήτημα, τα δικά μου συμπεράσματα στα αρχικά ερωτήματα. Στο εξωτερικό αυτό το λένε “documentary film making” και προϋποθέτει όλα τα παραπάνω.
Τώρα για να απαντήσω στην ερώτηση… Όντως οι δημοσιογράφοι όταν εγώ ξεκίνησα το 1989 ήταν για τον κόσμο ένας σύμμαχος ενάντια στην αδικία. Σε αντιμετώπιζαν με σεβασμό. Μετά, με την έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης την δεκαετία του ’90, η δημοσιογραφία μπλέχτηκε με το life style και οι δημοσιογράφοι βγάλαμε μόνοι μας τα ματάκια μας. Η έρευνα και ο έλεγχος της εκάστοτε εξουσίας έγινε απλή αναδημοσίευση δελτίων τύπου. Άνθρωποι που ‘θέλαν να λέγονται δημοσιογράφοι έκαναν ρεπορτάζ για το καινούργιο φόρεμα της τάδε τραγουδίστριας, ξεκατινιάζονταν σε show, βολεύονταν σε γραφεία τύπου πολιτικών και κομμάτων και συνήθως έλεγαν πάντα “ναι” σε ότι και να τους ζητούσαν. Η συνδικαλιστική τους ηγεσία ήταν επιδεικτικά απούσα στον κατήφορο της ποιότητας του επαγγέλματος. Ε, ο κόσμος δεν είναι βλάκας. Καταλαβαίνει. Και αυτό που κατάλαβε είναι ότι δημοσιογράφοι και εξουσία πάνε χέρι χέρι. Συλλήβδην, που είναι λάθος και αυτό, γιατί δεν είναι όλοι έτσι. Δεν κλέβουν όλοι οι ταξιτζήδες, ούτε όλοι οι γιατροί παίρνουν φακελάκι, αλλά ως γνωστόν μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά.
Βιώνουμε μια από τις πιο άσχημες περιόδους στην Ελλάδα μετά τη Μεταπολίτευση. Βρισκόμαστε δίκαια εδώ που βρισκόμαστε; Είναι άμοιρες ευθυνών οι πλειοψηφίες ή μήπως αργήσαμε πολύ να κάνουμε την αυτοκριτική μας; Υπάρχει τρόπος αντίδρασης;
Όχι, οι πλειοψηφίες δεν είναι άμοιρες ευθυνών. Οι Έλληνες για χρόνια ψηφίζαμε δύο μεγάλα κόμματα που απλώς εναλλάσσονταν στην εξουσία ανακυκλώνοντας την ίδια πολιτική. Και όταν ένας λαός ψηφίζει με μόνο κριτήριο “ποιος θα είναι αυτός που θα βολέψει το παιδί μου κάπου” τότε το παιχνίδι έχει χαθεί. Όταν η πλειοψηφία δεν ενδιαφερόταν να ελέγξει τους πολιτικούς που ανέδειξε, όταν για χρόνια έκλεινε τα μάτια στην ανισότητα και την αδικία, όταν το μόνο που ενδιέφερε τους πολλούς ήταν πού θα πάνε το Σάββατο το βράδυ και ποιο καινούργιο αυτοκίνητο θα αγοράσουν, το παιχνίδι έχει πραγματικά χαθεί.
Σιγά σιγά όμως, τώρα που αυτή η νοοτροπία έσκασε στα μούτρα μας, τώρα που φάνηκε η γύμνια η υποκρισία και η ψευτιά σε όλο της το μεγαλείο, τώρα που η πολιτική τάξη με τους παχυλούς της μισθούς αποφασίζει για την τύχη συνταξιούχων των 400 ευρώ, πιστεύω πως έρχεται η ώρα της επανάστασης της φάρμας των ζώων.
Η ζωή που έχεις διαλέξει μου φαντάζει σαν μια μορφή αντίστασης. Ενάντια στην καθημερινότητα, στη ρουτίνα, στο βόλεμα. Είναι κάτι που έγινε συνειδητά ή ήταν σκέψη που κυοφορούσες πολλά χρόνια μέχρι να έρθει μία αφορμή;
Ήταν κάτι που έγινε συνειδητά. Από τότε που εργαζόμουν στο δελτίο καλύπτοντας μεταξύ άλλων και μεγάλα διεθνή γεγονότα, βρέθηκα μπροστά σε ένα κόσμο σκοτεινό, άδικο και επικίνδυνο. Στην συνέχεια μαζί με την σύντροφό μου “επενδύαμε” όλα τα χρήματα που κερδίζαμε σε ταξίδια ανά τον κόσμο. Ήμασταν περιπλανώμενοι backpackers κυρίως σε χώρες της Λατινικής Αμερικής. Μέναμε σε κοινότητες ιθαγενών, συζητούσαμε μαζί τους και καταγράφαμε ό,τι μπορούσαμε με μια φωτογραφική μηχανή και ένα μαγνητοφωνάκι. Κάπου εκεί και κάπως έτσι γεννήθηκε η ιδέα του Εξάντα. “Τι καλά που θα ήταν όσα ζούμε εμείς να μπορέσουμε να τα μεταδώσουμε και σε άλλους ανθρώπους“. Η ιδέα δεν βρήκε εκείνη την εποχή πρόσφορο έδαφος στην ελληνική τηλεοπτική πραγματικότητα. Ήταν η εποχή που σκεφτόμουν σοβαρά να φύγω από την Ελλάδα. Ασφυκτιούσα στο δελτίο ειδήσεων και αναγούλιαζα στη φράση “κάνε μια έρευνα να παίξει το βράδυ“.
Η ευκαιρία δόθηκε στον Alpha στις αρχές του 2000, επί προεδρίας Στάθη Τσοτσορού, όταν οι ιθύνοντες του σταθμού ικανοποιημένοι από μια προγενέστερη δουλειά μου, μού ζήτησαν να κάνω “ένα τέτοιο” κάθε μήνα. Ήταν μια τεράστια ευκαιρία αλλά ο δρόμος δεν ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα. Ήταν ένα τελείως άγνωστο προϊόν για την ιδιωτική τηλεόραση, που έφερνε σε αμηχανία τους πάντες. Κάποιοι προσπάθησαν να το σαμποτάρουν, άλλοι το υποστήριξαν. Και ο σπόρος που ρίξαμε τότε πριν από 12 χρόνια, έβγαλε ρίζες και στέριωσε για να γίνει με τον καιρό ο Εξάντας του σήμερα.
Η τέχνη τελικά, σε οποιαδήποτε μορφή της, αλλάζει τον κόσμο ή τον άνθρωπο; Έχει τον τρόπο να δημιουργεί συλλογικές αντιδράσεις ή εν τέλει είναι κάτι πολύ προσωπικό που ο καθένας το ερμηνεύει όπως θέλει και όπως έχει μάθει;
Για μένα τέχνη είναι ό,τι μου αλλάζει τη ζωή. Υπό αυτή την έννοια, τέχνη ο Χατζιδάκης, τέχνη και οι Sex Pistols. Και οι δύο μου άλλαξαν την ζωή και τον τρόπο που σκέφτομαι.





















Ενδιαφέρουσα συνέντευξη, παρ’ όλο που στηρίχτηκε πολύ στο πολιτικό κομμάτι. Θα μ’ ενδιέφερε π.χ. να ακούσω και εμπειρίες του από τα ταξίδια, ιδιαίτερες στιγμές. Mad props για την τελευταία ατάκα του.
Μου αρέσει - Δεν μου αρέσει:
0
0
Συγχαρητήρια για την πρωτοβουλία να πάρεις αυτή τη συνέντευξη, από έναν ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟ με όλη τη σημασία της λέξης!
Θέλουμε κι άλλες συνεντεύξεις από καθαρούς ανθρώπους!
Κι όχι αναγκαστικά και μόνο από το χώρο της δημοσιογραφίας.
Μου αρέσει - Δεν μου αρέσει:
3
0
Ελπίζω Άννα πως οι μέχρι τώρα συνεντεύξεις ανταποκρίνονται σε αυτό το αίτημα σου…:)
Μου αρέσει - Δεν μου αρέσει:
3
0