πω την αλήθεια, για αρκετό καιρό (μέχρι δηλαδή να διαβάσω κάποιες συνεντεύξεις), πίστευα πως ο Δημήτρης Μητσοτάκης, που έγραφε τους στίχους και τη μουσική στα τραγούδια των Ενδελέχεια, ήταν ο τραγουδιστής τους. Δεν χωρούσε στο άμαθο μυαλουδάκι μου η σκέψη πως και οι ντράμερ μπορεί να είναι μουσικοί, πόσο μάλλον να γράφουν στίχους (ξέρω πως αυτή τη στιγμή ο Χυτήρης με περνάει γενεές δεκατέσσερις)!
Μία αυτή η αποκάλυψη λοιπόν και μία οι ίδιοι οι στίχοι και οι μουσικές. Λυρικός, βίαιος, δύσκολος αλλά και ευκολοτραγούδιστος, ο λόγος του Μητσοτάκη δείχνει έναν άνθρωπο – ζωντανό πηγάδι καθαρού νερού.
τα μάτια κλείνουν και γελάνε.
Κάτι τους δένει και μοιάζουν ξένοι,
τα χέρια ανοίγουν και πετάνε.
Στίχοι από το τραγούδι “Κάτι τους δένει“
Οι μουσικές του (και όχι μόνο) διαδρομές τώρα, μετά τους Ενδελέχεια, είναι το ίδιο πολύπλοκες και ενδιαφέρουσες. Μεταμορφώνεται, μεταλλάσσεται, δεν φοβάται, γλυκαίνει, αγριεύει, δείχνει το πρόσωπο κάποιου που βρίσκεται σε μία συνεχή αναζήτηση.
Και οι απαντήσεις που μου έδωσε στη μικρή συνέντευξη, είναι τα τεκμήρια αυτής της αναζήτησης και μιας περίεργης αθωότητας που σιμώνει και κάνει παρέα σε όσους δεν μεγαλώνουν αλλά ωριμάζουν.
Ο Δημήτρης Μητσοτάκης παρουσιάζει και σκηνοθετεί την παράσταση “Καυτή Σούπα“, που βασίζεται σε δικό του βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2007, παρουσιάζοντας κάθε Δευτέρα στο Bar2 (στις 21:30, στη διεύθυνση: Αν. Μεταξά 32, πλ. Εξαρχείων, 210 3301177, 6973381332) 16 επιλεγμένα κείμενα που ανακατεύονται με τραγούδια από την προσωπική του καριέρα.
Ενώ στον ίδιο χώρο, τις Παρασκευές (στις 22:30 και με την είσοδο ελεύθερη), παρουσιάζει τραγούδια από το καινούργιο του μουσικό όχημα, τους Ευδαίμονες, αλλά και διασκευές πάνω στις συνθέσεις των Ενδελέχεια.
Πάνω από 20 χρόνια πια πίσω από τα τύμπανα, με μια κιθάρα στα χέρια να σκαλίζεις τις δικές σου συνθέσεις, με ένα μολύβι κι ένα χαρτί να γεννάς στίχους. Τι σου έδωσε και τι σου πήρε τούτη η διαδικασία σε όλη αυτή τη διαδρομή;
Με μια πρώτη σκέψη θα πω ότι μόνο μου έδωσε. Και μου έδωσε πολλά. Το σημαντικότερο από όλα ήταν η επαφή με τους ανθρώπους, με ανθρώπους κάθε ηλικίας που παρακινούμενοι από ένα τραγούδι ή ένα στίχο με πλησίασαν για να μου πουν δυο λόγια. Για μένα εκείνη τη στιγμή το τραγούδι μου πετύχαινε το στόχο του κι ας μην είχε κάνει κανένα σουξέ στα ραδιόφωνα κι ας μην το είχε παίξει ποτέ κανείς. Επίσης μου έδωσε την ευκαιρία να ταξιδέψω και να παίξω τα τραγούδια μου μπροστά σε κόσμο που κάτω από άλλες συνθήκες δεν θα γνώριζα ποτέ. Με έκανε να συγκινηθώ, βλέποντας παιδιά να παίζουν κάποιο τραγούδι μου και να το βιώνουν σαν να είναι δικό τους. Από την άλλη, τώρα που το ξανασκέφτομαι, μου έδιωξε το άγχος πολλές φορές, μου γέμισε δημιουργικά το χρόνο, με έκανε να γνωρίσω καλύτερα τον εαυτό μου αλλά και το περίγυρο, λες και καλά κρυμμένα μυστικά περίμεναν κάθε φορά ένα μολύβι να ‘ρθει και να τα σκαλίσει, να τα ξεθάψει…
Τι κινεί την έμπνευση σου; Είναι οι μικρές στιγμές της καθημερινότητας, ιστορίες και γεγονότα που σε εντυπωσιάζουν ή αυτό που (μάλλον αποτυχημένα) ονομάζω οι μεγάλες απορίες της ζωής: “ποιοι είμαστε; Που πάμε; Ποιος είναι ο σκοπός μας σε αυτό τον κόσμο;”
Η έμπνευση έρχεται μέσα από διαρκή και σκληρή εργασία. Σπάνια σου κάνει τη χάρη να σε επισκεφτεί έτσι ξαφνικά και χωρίς να έχεις κοπιάσει, χωρίς να έχεις ιδρώσει. Όλα όσα αναφέρεις (μικρές στιγμές της καθημερινότητας, ιστορίες, γεγονότα και απορίες) πάντα αποτελούν κινητήριο μοχλό, τουλάχιστον στην έναρξη της συγγραφής, από κει και πέρα κυρίαρχο ρόλο παίζει η φόρμα, η μορφή, το πώς δηλαδή θα εκφράσεις κάτι που μάλλον λέγεται για εκατομμυριοστή φορά με τον δικό σου ξεχωριστό (αν είναι δυνατόν) τρόπο. Εξάλλου τα θέματα είναι περιορισμένα: αγάπη, ζωή, θάνατος, σχέσεις, κοινωνία, μυθοπλασία το θέμα είναι μάλλον το τεράστιο ΠΩΣ.
Μπορεί η τέχνη, σε οποιαδήποτε μορφή της, να αλλάξει τον κόσμο ή είναι μια ωραία πρόταση αυτή, αναγκαία για να συντηρεί θρύλους και μύθους;
Αν μπορεί να αλλάξει έστω και έναν άνθρωπό τότε, θεωρητικά πάντα, ναι, μπορεί να αλλάξει και περισσότερους άρα και πολλούς, ίσως και τον κόσμο όλο. Στην πράξη όμως δεν έχουμε δει ακόμα να συμβαίνει κάτι τέτοιο μέχρι σήμερα, μιας και οι μεγάλες αλλαγές πάντα γίνονταν με αίμα και όχι με τραγούδια, ίσως με τη συνοδεία τραγουδιών αλλά όχι με αυτά αποκλειστικά. Θα έλεγα πως στο συγκεκριμένο θέμα δηλώνω μεταφυσικός μαρξιστής!
Σε όλο αυτό που συμβαίνει εκεί έξω (και ίσως ειδικότερα στην Ελλάδα), οι αλλαγές στον τρόπο που επιβάλλονται πια πράγματα (δεν χρειάζονται, ας πούμε, θεαματικοί πόλεμοι για να κατακτηθεί μια χώρα), πώς στέκεσαι: αμήχανος; οργισμένος; πεισμωμένος;
Ένας από τους κορυφαίους διανοούμενους του κόσμου, ο 83χρονος Νόαμ Τσόμσκι έλεγε λίγους μήνες πριν σε μια συνέντευξή του στον Μάκη Προβατά: “Πιστεύω ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το ΔΝΤ ασχολούνται με το να καταστρέψουν την Ελλάδα και υπάρχει σχέδιο για αυτό. Αυτά που προτείνει η τρόικα κάνει τα προβλήματα πολύ χειρότερα και αδύνατον να λυθούν. Σχεδιάζουν και προτείνουν πολιτικές οι οποίες δεν οδηγούν στην οικονομική ανάπτυξη και στη λύση του προβλήματος και γι’ αυτό όσο προχωρούν τα μέτρα θα φέρνουν λιγότερη ελπίδα και άρα μεγαλύτερη απελπισία στον κόσμο… Ολα γίνονται, αρκεί να μη χάσουν οι τράπεζες… Είναι το οικονομικό σύστημα ‘στυγνή ληστεία’.”
Αυτό το σενάριο έχει παιχτεί πολλές φορές στη χώρα μας και πάντα είχε το ίδιο αποτέλεσμα: υποτέλεια στους ξένους δανειστές μας. Νιώθω ότι είμαστε μια χώρα ραγιάδων με πολιτικούς που κινούνται σαν μαριονέτες σε ένα καλοστημένο έργο, τόσο καλά στημένο που παίζεται εδώ και αιώνες ακριβώς το ίδιο και απαράλλαχτο… Ντροπή νιώθω, ούτε οργή, ούτε αμηχανία.
Μπορεί και να είναι δική μου μοναχά αντίληψη αυτό, αλλά πρέπει να το ρωτήσω. Τι συμβαίνει στους καλλιτέχνες που ενώ στην πρώτη τους νιότη συντάρασσαν τον κόσμο με το έργο τους, καθώς μεγαλώνουν φαίνεται να περνάνε τελείως στην άλλη όχθη, συμπορευόμενοι πολλές φορές εκείνους που κάποτε στηλίτευαν.
Μάλλον δεν αναφέρεσαι σε μένα μιας και ποτέ δεν “συντάρασσα τον κόσμο” (χαχα!). Τι να συμβαίνει; Δεν ξέρω σε ποιους αναφέρεσαι (Zampano speaking: έχω μερικά ονόματα τυχαία που αρχίζουν από Σαββόπουλος και τελειώνουν σε Θεοδωράκης.)
Υπάρχει η φθορά του χρόνου, υπάρχει η ωριμότητα, η αλλαγή πλεύσης, η βαρεμάρα, η αναζήτηση, το ταξίδι σε άλλα ηχοχρώματα, η παραίτηση, η υποχώρηση… Ειλικρινά δεν ξέρω σε τι από όλα αναφέρεσαι και δεν μπορώ να σου απαντήσω, ίσως αν ήσουν πιο συγκεκριμένος κι αν δεν θίγονται συγκεκριμένοι καλλιτέχνες να ήξερα τι να σου πω. (Zampano speaking: μια χαρά τα είπες όμως)
Ένα τραγούδι σου, παύει να είναι δικό σου όταν φύγει από τα χέρια σου και φτάσει στον ακροατή ή είναι φτιαγμένα έτσι ώστε να κρατάνε τις δικές τους άμυνες; (και να μην παρερμηνευθεί ποτέ, ας πούμε, για το νόημα τους)
Τα τραγούδια φτιάχνονται για να μας εγκαταλείψουν, αυτός είναι ο προορισμός ενός καλού τραγουδιού. Τα τραγούδια που μένουν πάντα με τους γονείς τους είναι προβληματικά. Στο βιβλίο μου “Καυτή Σούπα” τα ονομάζω “τραγούδια με ειδικές ανάγκες“…




















