Πρόλογος:
ιδέα γιαυτό το αφιέρωμα, όπως και για τα άλλα που θα ακολουθήσουν, ήρθε πριν 4-5 χρόνια. Σε ένα σπίτι με μια παρέα, με ένα σκληρό δίσκο γεμάτο με mp3 και με μπόλικα άδεια dvd. Εκεί που επέλεγαν λοιπόν τραγούδια από το δίσκο μου για να τα περάσουν στα dvd, πέφτει το μάτι τους στο φάκελο “Σιδηρόπουλος Παύλος” εντελώς αυθόρμητα μου λέει ο μία από τις δύο φίλες μου: “Ρε συ Γεωργία, πες κάνα καλό τραγούδι του Σιδηρόπουλου, εγώ μόνο το “Να Μ’αγαπάς” και το “στην Κ.” ξέρω από αυτόν” Γνωρίζοντας ότι και οι δύο μεγάλωσαν με ελληνικό ροκ και ότι από μικρά παιδιά τρέχαμε μαζί σε συναυλίες, εντυπωσιάστηκα και δε πίστευα σε αυτό που μόλις είχα ακούσει. Συνειδητοποίησα ότι δεν ήταν οι μόνες σε αυτό το πλανήτη που δεν είχαν ιδέα ποιος είναι ο Σιδηρόπουλος. Με τον καιρό και ειδικότερα στην εποχή που έκανα ραδιόφωνο, όλο και περισσότεροι με ρωτούσαν προς τι ο ντόρος και η φασαρία για αυτόν που “έβγαλε ένα Να μ’αγαπάς, …και τι έγινε;!”
Πιστεύω πως στις μέρες μας κάπου χάνουμε την ουσία. Αναλωνόμαστε στο τι τελευταίο κυκλοφόρησε η οποιαδήποτε ελληνική ροκ ή indie μπάντα, θεωρούμε τους εαυτούς μας μουσικές αυθεντίες, κάνουμε δισκοκριτικές, έχουμε άποψη, υποστηρίζουμε ή κράζουμε τραγούδια και μουσικές αλλά στην ουσία οι περισσότεροι δεν έχουμε ιδέα το πως ουσιαστικά διαμορφώθηκε αυτή η “ελληνική ροκ σκηνή” και ποιοι ήταν οι “πατέρες” της.
Προσωπικά ποτέ δεν είχα “ήρωες” και πρότυπα από κανέναν χώρο. Δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό αυτό, αλλά γιαυτό το λόγο, δεν πρόκειται να διαβάσεις σε αυτό το αφιέρωμα μεγάλες κουβέντες και βαρύγδουπους χαρακτηρισμούς. Συνάντησα τη μουσική του Σιδηρόπουλου στην αρχή της εφηβείας μου, κάπου στα 12 μου χρόνια και με συνόδευσε για πολύ, πολύ καιρό: Στα πρώτα μου ξενύχτια και καρδιοχτύπια, αγκαλιά με ένα ραδιόφωνο ακούγοντας τις μπαλάντες του και τα μπλουζ του… “Που να Γυρίζεις”, “Στην Κ.”, “Κάποτε θα’ρθουν“. Στα χρόνια της σιωπηλής επανάστασης των 16 που όταν έμενα μόνη στο σπίτι έβαζα στο τέρμα το κασετόφωνο, χοροπηδούσα σα κατσίκι με τον Μπάμπη τον Φλού και ξεσήκωνα τη γειτονιά φωνάζοντας “Άντε και καλή τύχη Μάγκες” (μα τι συμπεριφορά είναι αυτή κορίτσι πράμα). Αργότερα πιο σοβαρά και με πιο αλκοολικές διαθέσεις, γνώρισα τα μπλουζ του πρίγκηπα μέχρι πριν λίγα χρόνια που σε ανύποπτο χρόνο και τόπο (κάπου στη Χαλκιδική) ο Γέρο Μαθιός με μάγεψε ένα βράδυ και με έκανε να ξαναβουτήξω μέσα στις μουσικές του Σιδηρόπουλου και να τα ξαναθυμηθώ όλα αυτά. Εξάλλου πέρα από την ιστορία, τα τραγούδια γίνονται σημαντικά για τον καθένα μας ανάλογα τα βιώματα και με τις εικόνες που μας φέρνουν στο νου.
Πριν από 20 χρόνια, πέθανε ο Παύλος Σιδηρόπουλος. Σήμερα επετειακά πέρα από αυτό το αφιέρωμα όλο το fridge μιλάει για το πως βίωσε τα τραγούδια του Παύλου. Πάρτε λοιπόν βαθιά ανάσα και ετοιμαστείτε για ένα ταξίδι στο χρόνο, στις απαρχές του ελληνικού ροκ, και στη ζωή του Παύλου.
Μια φορά και ένα καιρό λοιπόν ήταν ο….
1| “Παύλος Αστέρης”
Παύλος Σιδηρόπουλος, γεννήθηκε στις 27 Ιουλίου του 1948 στη Κυψέλη. Γόνος μιας οικονομικά ευκατάστατης οικογένειας με ιστορικές καταβολές: o πατέρας του ήταν μετανάστης από τον Πόντο της Μικράς Ασίας και ήταν ιδιοκτήτης ενός εργοστασίου κατασκευής φωτογραφικού χαρτιού (δουλειά που κατά παράδοση προοριζόταν να συνεχιστεί από το γιο του) και η μητέρα του καταγόταν από την οικογένεια των Αλεξίου της Κρήτης οι ρίζες της οποίας προερχόταν απευθείας από τον ιστορικό Ζορμπά.
Η οικογένεια της μητέρας του είχε πρωτοστατήσει στην πνευματική κίνηση του νησιού και η θεία του, Έλλη Αλεξίου, υπήρξε γνωστή προσωπικότητα στο χώρο της ποίησης.
Το ενδιαφέρον του για τις τέχνες ξεκίνησε στην εφηβεία του, στα μέσα περίπου των 60’s, όπου γοητεύτηκε από τους Έλληνες Ποιητές -με ιδιαίτερη αδυναμία στον Οδυσσέα Ελύτη-αλλά και σαν ακροατής των ροκ συγκροτημάτων του εξωτερικού ακολουθώντας το ρεύμα της εποχής. Ακούγοντας τους δίσκους των Animals και των Rolling Stones αποφάσισε να μάθει ντραμς, πολύ γρήγορα όμως τα παράτησε αφού τα μυστικά της κιθάρας είχαν περισσότερο ενδιαφέρον για εκείνον. Ο ίδιος έλεγε για εκείνη την περίοδο:
Αυτή η θεωρητικοποίηση έχει γίνει γιατί ως συνήθως αυτοί που δεν έχουνε προσωπική ζωή γαντζώνονται από αυτούς που έχουν. Και αυτοί συνήθως είναι που λένε και τα πολλά. Οι διανοοουμενίστικες φάτσες, οι άνθρωποι οι οποίοι είναι πεθαμένοι από ζωή και η ζωή τους περιστρέφεται γύρω από ένα τετράγωνο επί χρόνια ολόκληρα. […]“
Λίγο καιρό αργότερα, στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, ο Παύλος επηρεάζεται από τα τραγούδια του Bob Dylan που κατέκριναν την Αμερικάνικη πολιτική και τον πόλεμο στο Βιετνάμ, ακούει Eric Clapton, Jimmy Hendrix και μυείται στους ήχους των μπλουζ.
Μέχρι την ενηλικίωσή του και πριν τις σπουδές του, αντιμετωπίζει τη μουσική σαν ακροατής: Ακούει, δέχεται, εξερευνά και απορροφά τους “επαναστατικούς” και “καινούριους” ήχους που τόσο η εγχώρια όσο και η παγκόσμια μουσική σκηνή προσέφερε τη δεκαετία του ’60.
Ο Σιδηρόπουλος στα σχολικά του χρόνια είχε αρκετά καλές επιδόσεις, πράγμα που του εξασφάλισε μια θέση στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, στο τμήμα Μαθηματικών. Τα φοιτητικά του χρόνια στη Θεσσαλονίκη θα διαμορφώσουν το χαρακτήρα του και θα καθορίσουν την εξέλιξή του. Στο πανεπιστήμιο, συναντά τον συμφοιτητή του Βαγγέλη Γερμανό και λίγο καιρό αργότερα αποφασίζουν να συγκατοικήσουν. Ο Παύλος επηρεάζεται από τον Γερμανό που ήδη είχε αρχίσει τη μουσική του ενασχόληση και ήξερε να παίζει κιθάρα. Μαζί περνούν ατελείωτες ώρες παίζοντας τραγούδια από τα “Μπαράκια” διασκευάζοντας τραγούδια και κάνοντας όνειρα. Το δικό του όνειρο εκείνο τον καιρό ήταν να γίνει συγγραφέας ή ποιητής έχοντας ήδη διαλέξει το ψευδώνυμό του: Παύλος Αστέρης.
Στα γκρίζα χρόνια της Δικτατορίας και έχοντας ήδη αποκτήσει αριστερή φιλοσοφία, αποφασίζει να παρατήσει τις σπουδές του όταν διαπίστωσε ότι δε δεχόταν κάποια ουσιαστική εκπαίδευση λόγω του περιορισμού στην ελευθερία της σκέψης των φοιτητών, αλλά και του διωγμού των καθηγητών του εξαιτίας των πεποιθήσεών και των πολιτικών αντιλήψεών τους. Συνεχίζει να μένει όμως στη Θεσσαλονίκη παρατηρώντας τα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα, ακούγοντας μουσική, πηγαίνοντας σε συναυλίες συγκροτημάτων όπως αυτές των “Μακεδονομάχων” (συγκρότημα με τραγουδιστή τον Νίκο Παπάζογλου) και γράφοντας τους πρώτους του στίχους.
2| Δάμων και Φιντίας
αρακολουθώντας μια συναυλία του συγκροτήματος Olympians το 1970, εντυπωσιάζεται από την τεχνική και τους ήχους της κιθάρας του Παντελή Δεληγιαννίδη και δρομολογεί την γνωριμία τους. Απογοητευμένος από την όλη κατάσταση της Θεσσαλονίκης, του προτείνει να φύγουν στην Αθήνα και με πρόφαση τις γνωριμίες του, του υπόσχεται ότι θα τον βοηθήσει στην ηχογράφηση ενός προσωπικού του δίσκου. Ο Δεληγαννίδης δέχεται, οι δυο τους κατεβαίνουν στην Αθήνα και το πρώτο καιρό μένουν μαζί στο πατρικό του σπίτι του Παύλου στην Κυψέλη. Οι σχέσεις τους με τη συγκατοίκηση δυναμώνουν και δεν αργεί να έρθει η ιδέα να φτιάξουν το δικό τους συγκρότημα με όνομα “Δάμων και Φιντίας“. Οι στίχοι των τραγουδιών θα ήταν του Παύλου και η μουσική σύνθεση του Παντελή.
Στην αρχή, χτυπούν διάφορες πόρτες, μέχρι που συναντούν τον διορατικό Πατσιφά, διευθυντή της δισκογραφικής εταιρίας Λύρα. Εκεί, ηχογραφούν το παρθενικό τους επτάιντσο με τα τραγούδια “Ο κόσμος τους” (ένα τραγούδι το οποίο το έγραψε στη διαδρομή Θεσσαλονίκη – Αθήνα, παρατηρώντας το ύφος των συνεπιβατών του) και “Ξέσπασμα”.
Ξέσπασμα:
Αμέσως μετά τη κυκλοφορία του single, το ντουέτο αρχίζει τις παρθενικές του εμφανίσεις στο ιστορικό club Κύτταρο, μαζί με τους Socrates Drank the Conium και τους Εξαδάκτυλος (συγκρότημα του Δημήτρη Πουλικάκου). Την ίδια χρονιά, κυκλοφορεί ο δίσκος “Ζωντανοί στο Κύτταρο” με τραγούδια ζωντανά ηχογραφημένα από τις εμφανίσεις εκείνης της περιόδου. Στη πρώτη του πλευρά περιείχε και το τραγούδι του “Ο Γέρο Μαθιός” από τους Δάμων και Φιντίας.
Εκτός από τα τρία αυτά τραγούδια, ο Σιδηρόπουλος μαζί με τον Δεληγιαννίδη είχαν ετοιμάσει υλικό για ένα ολόκληρο άλμπουμ, το οποίο όμως δεν εκδόθηκε ποτέ.
Ο Γέρο Μαθιός:
3| Μπουρμπούλια
ο 1972 ο Σιδηρόπουλος και ο Δεληγιαννίδης αφήνουν πίσω τους το συγκρότημα “Δάμων και Φιντίας” και σχηματίζουν ένα νέο συγκρότημα μαζί με τον μπασίστα Βασίλη Ντάλλα και τον ντράμερ Νίκο Τσιλογιάννη που σαν “Μπουρμπούλια” συνόδευαν μέχρι τότε τον Διονύση Σαββόπουλο.
Διατηρώντας το όνομα Μπουρμπούλια και με τη συμμετοχή του αμερικάνου Μαηκλ Φρογκ που έπαιζε κλαρίνο, ξεκινούν τις εμφανίσεις τους. Πρώτα στο club «Μαϊμού» και μετά στο χώρο «Ενδέκατη Εντολή» που επειδή ο τίτλος του έθιγε τα Θεία, αναγκάστηκαν από την αστυνομία να μετονομασθεί σε «Πέμπτη Εποχή».
Σύντομα, ο Σιδηρόπουλος με το νέο του συγκρότημα, ηχογραφούν το πρώτο τους σαρανταπεντάρι. Στην πρώτη του όψη, περιείχε το τραγούδι “Ο Ντάμης ο Σκληρός” αλλά η εταιρία για να μην λογοκριθεί το άλμπουμ, άλλαξε τον τίτλο σε “Ο Ντάμης ο Ληστής”. Ακόμα και έτσι, το συγκρότημα δεν συναντά την αποδοχή που περίμενε. Ελάχιστοι κατανοούν τα νοήματα των τραγουδιών, οι μαγαζάτορες τους τονίζουν ότι πρέπει να εντάξουν ξένο υλικό στο ρεπερτόριό τους ενώ οι προσπάθειες που επιχειρούν για να βγει στο εμπόριο ένας μεγάλος δίσκος τους, που είχαν ήδη ηχογραφήσει το demo του, θα αποβούν άκαρπες. Το demo αυτό περιείχε τραγούδια με παράξενους και συμβολικούς τίτλους και στίχους: “Ο Θάνατος του Βασιλιά Σαρδόνιου”, “Έρημη Χώρα” κ.α.
στίχος από το τραγούδι Ο Θάνατος του Βασιλιά Σαρδόνιου
Στις τελευταίες τους απόπειρες για να προσεγγίσουν μεγαλύτερο κοινό, συναντούν τον Νίκο Μαστοράκη, παραγωγό της τηλεοπτικής εκπομπής “Δισκοθήκη Για Νεολαία” και συμφωνούν να γράψουν σε βίντεο τα τραγούδια τους “Καμπούρη” και “Στην Ελευθερία”. Το Βίντεο μόλις έφθασε στο στούντιο για εμφάνιση και έγκριση, οι λογοκριτές το απορρίπτουν μόλις διαβάζουν το όνομα Μπουρμπούλια χωρίς καν να μπουν στο κόπο να το δουν. Στην συνέχεια το συγκρότημα προσεγγίζει τον Διονύση Σαββόπουλο προτείνοντάς του να εμφανιστούν μαζί του. Ο Σαββόπουλος αρνείται γιατί είναι δυσαρεστημένος τόσο με τα Μπουρμπούλια που έφυγαν από αυτόν για να ακολουθήσουν τη δικιά τους πορεία, όσο με τον ίδιο τον Σιδηρόπουλο που είχε αρνηθεί πρόταση του να συνεργαστούν παλαιότερα.
Απογοητευμένοι από την Αθήνα, ανεβαίνουν όλοι μαζί στη Θεσσαλονίκη. Εκεί αν και το κοινό ανταποκρίνεται θετικά στη δουλειά τους, βρέθηκαν αντιμέτωποι με οικονομικές δυσκολίες, αλλά και οι προοπτικές για την ηχογράφηση κάποιου δίσκου ήταν ουτοπικές. Τα μέλη του συγκροτήματος οδηγούνται σε αδιέξοδο και αποφασίζουν να διαλυθούν ακολουθώντας ο καθένας τη δικιά του πορεία.
Ο Σιδηρόπουλος μόνος πια αλλά έχοντας αρκετές φιλίες στη συμπρωτεύουσα, αποφασίζει να μείνει εκεί δουλεύοντας στο κοσμικό κέντρο “Ρέμβη” και ερμηνεύοντας γνωστές ξένες επιτυχίες. Στις αρχές του 1974 όμως, οι οικογένειά του θα τον πιέσει και θα τον πείσει να επιστρέψει στην Αθήνα.
4| Δεν ήρθα σα ξένος…
ίσω στην Αθήνα και ο Σιδηρόπουλος ασχολήθηκε με το εργοστάσιο του πατέρα του.
Ήταν η εποχή της Μεταπολίτευσης όπου μετά τη πτώση της Χούντας το κοινό ήταν διψασμένο για το μέχρι τότε απαγορευμένο πολιτικό τραγούδι και ο Παύλος ήταν δυσαρεστημένος επειδή απείχε από το χώρο της μουσικής αλλά και επειδή έβλεπε την φθίνουσα πορεία του ροκ κινήματος εκείνη τη περίοδο. Παρόλο που αρκετοί καλλιτέχνες της σκηνής είχαν φύγει στο εξωτερικό, εκείνος ήταν κατηγορηματικά αρνητικός στην προοπτική της διεθνούς καριέρας και προσπαθούσε να πείσει κάποιους μουσικούς για τη δημιουργία μπάντας, χωρίς όμως να έχει κάποιο αποτέλεσμα αυτή του η προσπάθεια.
Αυτοί οι παράγοντες, σε συνδυασμό με το ότι ήθελε να αποδείξει στην οικογένειά του ότι διέθετε όλες τις δυνατότητες για να δημιουργήσει μια επιτυχημένη πορεία σα τραγουδιστής, τον έκαναν να αποδεχθεί τη πρόταση του συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλου ο οποίος είχε μελοποιήσει το 1969 μια συλλογή ποιημάτων του Οδυσσέα Ελύτη, γεγονός που δεν είχε αφήσει τον Παύλο ασυγκίνητο.
Η συνεργασία τους, ξεκίνησε το 1974 στο δίσκο “Θεσσαλικός Κύκλος” με στίχους του Κώστα Βίρβου, όπου ο Σιδηρόπουλος ερμήνευε τέσσερα από τα είκοσι τρία τραγούδια του άλμπουμ. Ένα χρόνο μετά, στο δίσκο “Ανεξάρτητα” ο Σιδηρόπουλος συμμετείχε κάνοντας φωνητικά στο σατυρικό τραγούδι “Τούμπου τούμπου ζα…”. Η τελευταία για εκείνη τη περίοδο συμμετοχή του Σιδηρόπουλου σε δίσκο του Μαρκόπουλου, ήταν το 1976 με το τραγούδι “Δεν ήρθα σα ξένος” στον δίσκο “Οροπέδιο“.
Δεν ήρθα σα ξένος – Συναυλία στο Ηρώδειο
Για τη συνεργασία του με το Γιάννη Μαρκόπουλο ο ίδιος είχε δηλώσει:
Ο ίδιος αναθεώρησε αργότερα τις απόψεις του αφού μια δεκαετία περίπου αργότερα, συνεργάστηκε ξανά με τον συνθέτη.
Μπορεί αυτή η περίοδος να στιγματίζεται από τις περίεργες και αδιέξοδες μουσικές επιλογές του Παύλου σε ολόκληρη τη καριέρα του, αλλά μέσα από αυτή του την απόφαση απέκτησε εμπειρία πλησίασε ένα διαφορετικό κοινό και γνώρισε καλύτερα τους κανόνες του επαγγελματισμού.
για να διαβάσεις τη συνέχεια του αφιερώματος, πήγαινε στην επόμενη σελίδα.
























Εξαιρετικό άρθρο και περιεκτικό. Συγχαρητήρια!
Μου αρέσει - Δεν μου αρέσει:
1
0
Ευχαριστώ!
Μου αρέσει - Δεν μου αρέσει:
0
0
to kalutero afierwma
Μου αρέσει - Δεν μου αρέσει:
0
0
Η Γαλάνη δεν μπήκε το όνομα της επειδή δεν της το επέτρεπε η εταιρεία της και συμφωνήσαν από κοινού πως το ντουέτο πρέπει να κυκλοφορήσει ούτως ή άλλως.
Μου αρέσει - Δεν μου αρέσει:
0
0
Πολλα συγχαρητηρια!
Μακραν το πιο πληρες αφιερωμα που κυκλοφορει αυτη τη στιγμη για τον Παυλο…
Για να μαθαινουμε κι εμεις οι νεοτεροι που δεν τον ζησαμε
Μου αρέσει - Δεν μου αρέσει:
0
0
Σε βλέπω να γουστάρεις γενικά Fridge απο την περιγραφή σου στο ιστολόγιό σου.
Μου αρέσει - Δεν μου αρέσει:
0
0
Εξαιρετικό, ευχαριστούμε!
Μου αρέσει - Δεν μου αρέσει:
0
0
[...] update Εδώ διαβάστε την φοβερή δουλειά που έκανε η Γεωργία!!! LikeBe [...]
Μου αρέσει - Δεν μου αρέσει:
0
0
Βεβαια καλο θα ειναι μεσα σε ολα αυτα να προσθεσω κι εγω την κυκλοφορια “Στον Π. “, το οποιο προκειται για ενα tribute album στον Παυλο Σιδηροπουλο. Σε αυτη τη κυκλοφορια του 2001 της emi (μπλιαχ) συμμετηχαν Φαμελος, Διαφανα Κρινα (με τη σαφεστατα καλυτερη διασκευη), Μασκες, Οναρ κτλ…-
Μου αρέσει - Δεν μου αρέσει:
0
0
Για να δούμε τώρα πόσα copy/paste έχουν να πέσουν από blogs… ;-)
Μου αρέσει - Δεν μου αρέσει:
0
0
φάε την γλώσσα σου βρε!
Μου αρέσει - Δεν μου αρέσει:
0
0
Τα θερμά μου συγχαρητήρια, πληρέστατη και έξυπνα στημένη δουλειά!!!
α.
Μου αρέσει - Δεν μου αρέσει:
0
0
Ευχαριστώω! I’m proud of it!
Μου αρέσει - Δεν μου αρέσει:
0
0
έξαιρετικό!
Μου αρέσει - Δεν μου αρέσει:
0
0